Διάγνωση δυσλεξίας στην εφηβεία

dyslexiaΓράφει για το efiveia.gr η Φιλόλογος – Παιδαγωγός Φλώρα Προμπονά

Συχνά ακούμε ότι όλο και περισσότερα παιδιά τα τελευταία χρόνια λαμβάνουν τη διάγνωση της δυσλεξίας. Αυτό που ίσως να μην είναι ευρέως γνωστό είναι το γεγονός ότι η αύξηση των ποσοστών διάγνωσης της δυσλεξίας τα τελευταία χρόνια εντοπίζεται κυρίως στις ηλικίες 12 με 17 ετών. Μάλιστα, στη βιβλιογραφία αναφέρονται και δεδομένα σύμφωνα με τα οποία πάνω από τα μισά παιδιά που διαγνώσθηκαν με δυσλεξία είναι μεταξύ 8 και 11 χρόνων.

Αυτή η αύξηση των ποσοστών διάγνωσης της δυσλεξίας στην προεφηβική και εφηβική ηλικία οφείλεται κυρίως στο ότι, για πολλούς λόγους, πολλά παιδιά παραπέμπονται για πρώτη φορά για αξιολόγηση σε αυτή την ηλικία και όχι νωρίτερα.

Για παράδειγμα, πολλές φορές οι χαμηλές σχολικές επιδόσεις των παιδιών με μέσο ή και ανώτερο νοητικό πηλίκο αποδίδονται από τους εκπαιδευτικούς στην «τεμπελιά», στην «αδιαφορία». Έτσι, δεν παραπέμπονται με τις πρώτες ενδείξεις για αξιολόγηση.

Συχνό φαινόμενο είναι, επίσης, οι γονείς να αρνούνται να παραδεχτούν ότι οι δυσκολίες που έχει το παιδί τους χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, προκειμένου να αποφύγουν τον κοινωνικό στιγματισμό, ενώ τείνουν να αποδίδουν σε περιβαλλοντικούς παράγοντες τις δυσκολίες των παιδιών τους, για παράδειγμα στην αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος.

Βέβαια, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ένα παιδί να έχει καταφέρει να αναπτύξει αποτελεσματικές αντισταθμιστικές στρατηγικές κι έτσι το πρόβλημα δεν γίνεται αντιληπτό από εκπαιδευτικούς και γονείς παρά μόνο όταν υπάρξουν αυξημένες ακαδημαϊκές απαιτήσεις. Υπάρχουν, μάλιστα, περιπτώσεις ενηλίκων που διαγνώστηκαν πρώτη φορά με δυσλεξία ενώ φοιτούσαν ήδη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η κυρία Προμπονά τονίζει στο efiveia.gr ότι στην καθυστερημένη διάγνωση συμβάλλει και το γεγονός ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν σταθμισμένα τεστ και δοκιμασίες σχολικών δεξιοτήτων στο βαθμό που συναντάμε σε άλλες χώρες. Επίσης, δεν υπάρχει πρόβλεψη στο σχολείο να περνάνε τα παιδιά από τεστ αξιολόγησης κατά την εισαγωγή τους στην τυπική εκπαίδευση.

Σημαντικό παράγοντα καθυστερημένης διάγνωσης αποτελεί σε κάποιες περιπτώσεις και το κριτήριο «ασυμφωνίας νοητικού πηλίκου και αναγνωστικής επίδοσης» το οποίο τίθεται για τη διάγνωση της δυσλεξίας. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται να υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στο δείκτη νοημοσύνης και στις επιδόσεις στις δεξιότητες γραμματισμού (ανάγνωση, γραφή, ορθογραφία, αριθμητική, μαθηματικός λογισμός) ώστε να πληρείται αυτό το κριτήριο. Αυτή, όμως, η απόκλιση γίνεται αισθητή συνήθως σε μεγαλύτερη ηλικία.

Από την άλλη, υπάρχει η προϋπόθεση του «επίμονου χαρακτήρα» των δυσκολιών, που τίθεται από αρκετούς ορισμούς, η οποία συντελεί επίσης σε καθυστερημένη διάγνωση. Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα κριτήριο «αναμονής της αποτυχίας». Περιμένουμε, δηλαδή, πρώτα το παιδί να αποτύχει για να υπάρξει διάγνωση και παρέμβαση.

Συνέπειες καθυστερημένης διάγνωσης

Όσο πιο αργά διαγνωσθεί η δυσλεξία, τόσο μικρότερες είναι οι πιθανότητες για θετική έκβαση το προγραμμάτων παρέμβασης. Δυστυχώς, αυξάνονται οι πιθανότητες για την εμφάνιση συναισθηματικών και ψυχολογικών προβλημάτων ως αποτέλεσμα της ματαίωσης και του αισθήματος της αποτυχίας. Οι συνέπειες στη συμπεριφορά μπορεί να είναι η εκδήλωση επιθετικότητας, η απομόνωση, η υπερβολική συστολή.

Η συνάρτηση του χρόνου διάγνωσης με την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης φαίνονται από τα εξής ποσοστά επιτυχημένης παρέμβασης: 82% όταν η διάγνωση γίνεται στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού, 46% στην τρίτη τάξη και μόλις 15% στις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού (Πολυχρονοπούλου, 2012).

Οι έφηβοι με αργοπορημένη διάγνωση δυσλεξίας εμφανίζονται να βιώνουν συναισθήματα αγωνίας και δυστυχίας. Διαμορφώνουν αρνητική στάση απέναντι στο σχολείο και στη μάθηση καθώς βιώνουν σε μόνιμη βάση την αποτυχία και την απόρριψη. Κατά συνέπεια, χάνουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και γίνονται λιγότερο δεκτικοί σε θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις ενηλίκων με υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις που διαγνώστηκαν καθυστερημένα με δυσλεξία, για παράδειγμα ως φοιτητές. Σε αυτή την περίπτωση, η διάγνωση είναι για εκείνους μάλλον λυτρωτική. Συγκεκριμένα, η διάγνωση φαίνεται να απαλλάσσει τα άτομα από αισθήματα ανεπάρκειας, τα οποία συνήθως προκύπτουν από τη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι αυτοί πάντα χρειαζόταν να καταβάλουν διπλάσια και τριπλάσια προσπάθεια από τους συνομηλίκους τους προκειμένου να επιτύχουν τους ίδιους στόχους…

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι το θέμα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι καθηγητές στο γυμνάσιο και στο λύκειο οφείλουν να είναι σε εγρήγορση και να συζητούν με τους γονείς για οτιδήποτε πέσει στην αντίληψή τους το οποίο χρήζει περεταίρω διερεύνησης. Προσοχή, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να παραπέμψουν για αξιολόγηση στους αρμόδιους φορείς, όμως δεν μπορούν να προβαίνουν αυθαίρετα σε «διάγνωση», καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να έχει απρόβλεπτες, αρνητικές συνέπειες για το παιδί και το οικογενειακό του περιβάλλον.

Βιβλιογραφία