efiveia.gr
Παθήσεις

Η ΔΕΠΥ και η Αναπτυξιακή Πορεία της… από τα Προσχολικά Χρόνια, την Παιδική Ηλικία έως την Εφηβεία και… μέχρι την Ενήλικη Ζωή

Ειρήνη Παπαγιάννη

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc, Παιδαγωγός-Παιδοψυχολόγος, MED Ειρήνη Παπαγιάννη

H Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) – διεθνώς Attention Deficit Hyperactivity Disorder (ADHD) – αποτελεί στην παιδική ηλικία  νευροβιολογική αναπτυξιακή διαταραχή συχνή. Άπτεται της ωριμότητας ολόκληρης της νευροφυσιολογίας και παρουσιάζεται με συνεπή διαδρομή και ιδιαίτερες γνωστικές δυσμορφίες. Αποτελεί  συμπεριφορική διαταραχή στην παιδικής ηλικίας  που σύμφωνα με μελέτες παραμένει στην ενήλικη ζωή των παιδιών με ΔΕΠΥ (Κουμούλα, 2012).

Τα βασικά συμπτώματα περιλαμβάνουν υπερκινητικότητα, παρορμητική συμπεριφορά και έλλειμμα προσοχής (βλ.πρτμ). Η παρουσία της κυμαίνεται στο 4% έως το 10%. Συννοσηρότητα υπάρχει με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα στις οικογενειακές σχέσεις και τις σχέσεις συνομηλίκων. Παρατηρήθηκε μεγάλο  ποσοστό των παιδιών με ΔΕΠΥ να συνεχίζουν τα συμπτώματα στην εφηβεία και την ενηλικίωση. Μελέτες κατέδειξαν ότι η ΔΕΠΥ προέρχεται από γενετικούς, ψυχολογικούς, κοινωνικούς παράγοντες και περικλείει γνωστικές και νευροφυσιολογικές ανεπάρκειες. Αποτελεί κληρονομική διαταραχή σε όλη τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου (Pelham, 1994) με 3:1 στο αρσενικό φύλο. Ειδικοί  όμως υποστηρίζουν ότι η παρουσία εμφάνισης είναι περίπου ίση στα δυο φύλα, με τα κορίτσια να μην έχουν την υπερκινητικότητα των αγοριών και να διαχειρίζονται καλύτερα τη διαταραχή. Έτσι, η διάγνωσή τους μπορεί να υπο-αξιολογείται και να εντοπιστεί σε ύστερο χρόνο. Παρότι η ΔΕΠΥ είναι μια συχνή κατάσταση, επιστημονικές και κοινωνικές ομάδες δεν την αποδέχονται εύκολα γιατί δεν την κατανοούν.

Παρόλο λοιπόν που η ΔΕΠΥ είναι ένα από τα πιο γνωστά και γνώριμα παιδοαναπτυξιακά  προβλήματα σε διεθνές πεδίο και έχει γίνει αφορμή για δημόσιο και επιστημονικό διάλογο, ωστόσο συνεχίζει να υποαξιολογείται σε διάφορα κράτη, όπως και στην Ελλάδα.

Ενδείξεις και Συμπτώματα

 Η ΔΕΠΥ είναι μια διαταραχή ανάπτυξη η οποία έχει αρχικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα την απροσεξία, την υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα, εμμένει  και προκαλεί διάφορα προβλήματα στο παιδί και στο άμεσο περιβάλλον του. Στην Ελλάδα βάση διαγνωστικών κριτηρίων DSM-IV διαπίστωσαν ΔΕΠΥ στο 10% των μαθητών (Κάκουρος και Μανιαδάκη, 2000). Ανάλογα με τη φάση ανάπτυξης του παιδιού, η κλινική εικόνα της ΔΕΠΥ διαφέρει. Συγκεκριμένα στα προσχολικά χρόνια στο παιδί εντοπίζουμε πολύ έντονη σωματική διέγερση και το παιδί συνεργάζεται δύσκολα παρά τις υποδείξεις γονέων και δασκάλων.

Στην σχολική ηλικία, εκτός από τα πυρηνικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ, υπάρχουν συμπτώματα ακαδημαϊκών δυσκολιών και επίδοσης στο σχολείο, αλλά και  εναντιωματική προκλητική συμπεριφορά.

Στην εφηβεία μειώνεται η έντονη σωματική δραστηριότητα, αλλά είναι συχνή η σύγκρουση με τους γονείς, τα άτομα εξουσίας και οι συμπεριφορές υψηλού κινδύνου.

Στην ενήλικη ζωή μειώνεται η υπερβολική σωματική δραστηριότητα, αλλά τα πυρηνικά συμπτώματα μένουν σταθερά και μειώνονται στο πέρασμα των χρόνων  (Κουμούλα, 2012).  

Έτσι, η ύπαρξη της διαταραχής είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί, γιατί είναι  αλληλοεξαρτώμενη με την ανάπτυξη του παιδιού. Δύσκολα εντοπίζεται το πλαίσιο που καταλήγουν τα φυσιολογικά επίπεδα της ελλειμματικής προσοχής, της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας και το πλαίσιο της διαταραχής όπου χρειάζεται μεθοδευμένη παρέμβαση. Σύμφωνα με το Διαγνωστικό – Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών DSM-V, τα συμπτώματα πρέπει να παρατηρηθούν σε δύο επίπεδα, για μία περίοδο έξι μηνών και σε έναν βαθμό που θα ξεπερνά το όριο των συνομηλίκων του ατόμου που εξετάζεται. Με βάση την εμφάνιση συμπτωμάτων της, η ΔΕΠΥ μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις υποτύπους: α) στην ελλειμματική προσοχή, β) στην υπερκινητικότητα παρορμητικότητα και γ) Συνδυασμένος τύπος, όπου πληρούνται τα κριτήρια και για τους δύο τύπους (American Psychiatric Association (APA, 2013).

Η ΔΕΠΥ περικλείει μια αλληλεξάρτηση πολλών συνιστωσών του περιβάλλοντος και της βιολογίας. Η διαταραχή μελετάται ως ετερογενής με υποτύπους που έχουν καταβολές διαφορετικών συνδυαστικών παραγόντων κινδύνου, που δρουν από κοινού.  Δεν έχει γίνει ωστόσο κάποια ταυτοποίηση γονιδίου ως φορέας της ΔΕΠΥ, αλλά παραλλαγές του DNA έχουν σχετιστεί ως πιθανότητα για την εμφάνιση της διαταραχής. Οι παράγοντες που αφορούν στο περιβάλλον και επηρεάζουν τη ΔΕΠΥ είναι  βιολογικοί, διατροφικοί και ψυχοσυναισθηματικοί .

Παρεμβάσεις

Δεδομένου ότι η ΔΕΠΥ είναι διαταραχή κλινικής φύσεως με επιπτώσεις στη συμπεριφορά του παιδιού, μπορεί να εμφανιστεί στο σπίτι, στο σχολείο και σε οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο (Barkley, 1998). Σε αυτήν τη συμπτωματολογία αντιδρούν γονείς και εκπαιδευτικοί, με αποτέλεσμα η κατάσταση να επιδρά στη συμπεριφορά του παιδιού, στο οικογενειακό περιβάλλον και στο περιβάλλον του σχολείου (Reason, 1999). Οι γονείς και το εκπαιδευτικό προσωπικό πρέπει να προβληματίζονται όταν το παιδί εμφανίζει ιδιαιτερότητες στη συμπεριφορά του, έχει δυσκολία να συγκεντρωθεί και να εστιάσει την προσοχή του, ενεργεί χωρίς σκέψη – παρορμητικά, χωρίς να σκέφτεται και να ανησυχεί για τις σχολικές επιδόσεις του. Ο Rutter (1982) αναφέρει ότι τα παιδιά αυτά φέρνουν γονείς και εκπαιδευτικούς συχνά σε απόγνωση. Οι Έλληνες γονείς ωστόσο δείχνουν να ενδιαφέρονται και να ανησυχούν κυρίως για την ακαδημαϊκή επίδοση των παιδιών τους, και όχι τόσο για τα  προβλήματα συμπεριφοράς τους (Tsiantis, Mardikian, Gazerian, Sipitanou & Stamoulopoulou, 1982). Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν συνήθως συνοσηρότητα και πιθανόν μαζί με τη δυσχερή συμπεριφορά τους να έχουν προβλήματα μαθησιακά που εμποδίζουν την σχολική επίδοσή τους.

Σύμφωνα με τους ερευνητές (Reeve, 1990 ∙ Μπεζεβέγκης, 1989), πολλοί μαθητές με ΔΕΠΥ, λόγω των πολλαπλών αποτυχιών στο σχολείο βιώνουν δυσκολίες προσαρμοστικότητας στο σχολείο και στο πλαίσιο μιας τυπικής τάξης, χρειάζονται ειδική παιδαγωγική αντιμετώπιση.

Οι εκπαιδευτικές παρεμβάσεις για μαθητές με ΔΕΠΥ συνήθως εστιάζουν στον περιορισμό της προβληματικής συμπεριφοράς. Επιπλέον καλό θα ήταν να χρησιμοποιούνται μαθησιακές στρατηγικές να βοηθήσουν τη μελέτη των παιδιών αποτελεσματικότερα. Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μαθητές με ΔΕΠΥ πρέπει να εμπεριέχει παιδαγωγικές παρεμβάσεις, κατάλληλα προσαρμοσμένες στις  αναγκαιότητες και ιδιαίτερες συμπεριφορές των παιδιών.

Ο Attwood (2001) αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το παιδί πρέπει να νιώθει και να αισθάνεται ότι αγαπιέται από το περιβάλλον, ακόμα και όταν η συμπεριφορά δεν είναι η πρέπουσα. Πρέπει να λέμε στο παιδί τι είναι επιτρεπτό και τι δεν είναι, αλλά ποτέ μην το καταδικάζουμε. Η Πατσίδου (2005) καταγράφει ότι θα πρέπει να αλλάξουν συμπεριφορά εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς, κοινωνία. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η συνεργασία και οι εκπαιδευτικοί  πρέπει να αποδέχονται τη διαταραχή όπως παρουσιάζεται και να ενθαρρύνουν και να κατανοούν τον μαθητή. Είναι επίσης καθοριστικό να προτείνουν συγκεκριμένες οδηγίες στους γονείς για τον τρόπο οργάνωσης του διαβάσματος στο σπίτι, συνέχεια του τρόπου εργασίας του σχολείου. Οι γονείς από την πλευρά τους οφείλουν να ακολουθούν πιστά το πρόγραμμα και τις οδηγίες των ειδικών, να έχουν υπομονή, χωρίς να εκδηλώνουν θυμό και απόρριψη στο παιδί, ούτε να αισθάνονται οι ίδιοι αποτυχημένοι και ματαιωμένοι στον ρόλο τους. Οι συμμαθητές πρέπει να μάθουν να περιβάλλουν με αγάπη και φιλία τον συμμαθητή τους, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτόν την αυτοεκτίμησή του. Τέλος, το σχολείο, αντί να διαφοροποιεί, να στοχοποιεί, να βάζει ταμπέλες / ετικέτες στα παιδιά και να τα βάζει στο περιθώριο, να γίνει ο θεσμικός φορέας που να σέβεται όλα τα παιδιά, αναγνωρίζοντας ιδιαιτερότητες στον τρόπο μάθησης και παράλληλα να τα βοηθήσει να ανακαλύψουν και να αναδείξουν τα ταλέντα τους (Πατσίδου, 2005).

Συνεπώς:  Οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές παρουσιάζονται στην πρώιμη  ζωή του ανθρώπου και συνδέονται με διαταραχή στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος. Τα κύρια συμπτώματα, απόρροια της ΔΕΠΥ αναφέρει η Κουμούλα, (2012) είναι:

  • η απορρύθμιση της συμπεριφοράς, τα ελλείμματα στις εκτελεστικές λειτουργίες, με πιο χαρακτηριστικά το έλλειμμα στον ανασταλτικό έλεγχο (inhibitory control) και την ενεργό μνήμη (working memory), αλλά και η καθυστέρηση της αποστροφής (delay aversion), δηλαδή η προτίμηση σε μικρότερες, άμεσες αμοιβές, έναντι μεγαλύτερων αμοιβών που καθυστερούν (2012) .

Τα παιδιά για πρώτη φορά παρουσιάζονται στους ειδικούς στην προσχολική ηλικία. Η αναγνώριση της διαταραχής ταυτίζεται με την ένταξη στο σχολείο, λόγω των ακαδημαϊκών υποχρεώσεων για εστιασμένη και πολύωρη προσοχή, οργάνωση και υπακοή σε όρια και κανόνες. Το άτομο βρίσκεται σε υπερδραστηριότητα, αποδιοργάνωση και πάραυτα οφείλει να συμβιώσει, να ζήσει  καθημερινές στιγμές με νευροτυπικούς ανθρώπους με ένα «τυπικό» νευρικό σύστημα, σε έναν νευροτυπικό κόσμο. Γι’ αυτό, είναι καλό να ξεκινήσει σε αρχικά στάδια η παρέμβαση σε επίπεδο οικογένειας, σχολείου, κοινωνικού πλαισίου προτού δυσκολίες, χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση εδραιωθούν .

ΤΥΠΟΙ ΔΕΠΥ

Τα κύρια συμπτώματα της διαταραχής, όπως ορίζονται από το DSM-IV, είναι η διάσπαση της προσοχής, η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα. Με βάση τα συμπτώματα που επικρατούν στα παιδιά σχολικής ηλικίας διακρίνουμε τρεις τύπους:

ΔΕΠΥ – τύπος Απροσεξίας

  • δεν μπορεί να συγκεντρωθεί,
  • αποσπάται εύκολα από άσχετα ερεθίσματα,
  • δεν φαίνεται να ακούει,
  • δε δίνει σημασία στις λεπτομέρειες,
  • κάνει λάθη απροσεξίας,
  • δυσκολεύεται να ακολουθήσει οδηγίες,
  • αποφεύγει εργασίες που απαιτούν συστηματική πνευματική προσπάθεια,
  • ξεχνά τις σχολικές εργασίες
  • χάνει πράγματα και
  • γενικά είναι ανοργάνωτος/η

Ο τύπος αυτός είναι συχνός σε παιδιά σχολικής ηλικίας, που μπορεί να μη γίνουν αντιληπτά επειδή δεν παρουσιάζουν διασπαστική συμπεριφορά. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι παιδιά που διαγνώσθηκαν σε σχετικά μεγαλύτερη ηλικία, όταν είχαν ξεπεράσει τα προβλήματα υπερκινητικότητας που εμφάνιζαν ως μικρότερα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι μια αμιγώς διαφορετική κατάσταση από τους άλλους τύπους της ΔΕΠΥ.

ΔΕΠΥ – τύπος Παρορμητικότητας/Υπερκινητικότητας

  • δυσκολεύεται να παραμείνει καθισμένος/η,
  • κουνάει χέρια, πόδια, ή στριφογυρίζει στην καρέκλα,
  • κοιτά συνέχεια γύρω του και πειράζει τους άλλους,
  • σηκώνεται όταν δεν επιτρέπεται,
  • τρέχει και σκαρφαλώνει υπερβολικά,
  • δε σκέφτεται πριν αντιδράσει,
  • απαντάει πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση,
  • μιλάει συνεχώς,
  • δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του,
  • στα παιχνίδια δεν ακολουθεί κανόνες,
  • διακόπτει ή ενοχλεί τους άλλους

Ο τύπος αυτός είναι πιο συχνός σε παιδιά μικρότερης ηλικίας που παρουσιάζουν έντονα υπερκινητική και παρορμητική συμπεριφορά. Στα παιδιά αυτά, το πρόβλημα της συγκέντρωσης της προσοχής δεν είναι ιδιαιτέρως εμφανές, συχνά διότι δεν έχει αναδειχτεί, καθώς δεν έχουν ακόμα κληθεί να λειτουργήσουν σε σχολικό περιβάλλον.

ΔΕΠΥ – Συνδυασμένος τύπος:

Είναι επίσης συνηθισμένος τύπος ΔΕΠΥ στα παιδιά και στους εφήβους όπου παρουσιάζεται συνδυασμός κάποιων από τα παραπάνω συμπτώματα,  ήτοι απροσεξία, υπερκινητικότητα και παρορμητική συμπεριφορά.

Γενικά, το φάσμα των κλινικών συμπτωμάτων είναι ευρύ, γι’ αυτό και κανένα παιδί με ΔΕΠΥ δε μοιάζει με κάποιο άλλο. Συνήθως, υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην ένταση των συμπτωμάτων, και μάλιστα τέτοιες διακυμάνσεις μπορεί να παρατηρούνται στο ίδιο παιδί κατά την διάρκεια της ημέρας, ακόμη και από ώρα σε ώρα. Πάντως, για να βγάλει ο ειδικός τη διάγνωση της ΔΕΠΥ, τα ως άνω προβλήματα πρέπει να παρατηρούνται τόσο στο σπίτι, όσο και στο σχολείο και να προκαλούν σημαντική δυσκολία στην ακαδημαϊκή απόδοση και την κοινωνική συναναστροφή του παιδιού.

Bιβλιογραφικές Αναφορές
  • American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical  Manual of Mental Disorders. 4th ed. American Psychiatric  Association, Washington, DC, 1994
  • Attwood, J. (2001). Changing unruly and unmanageable into “understood” special children.
  • Barkley, R.A. (1990). Attention Deficit Hyperactivity Disorder: A hand book for  diagnosis and treatment. New York, NY: The Guilford Press.
  • Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition. Washington, DC, American Psychiatric Association, 1994.
  • DSM- IV Criteria –American Psychiatric Association, 1994
  • Koumoula, A. (2012). The course of attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) over the life span.  Psychiatriki, 23, 49-59.
  • Pelham, W.E. (1994) . Attention – Deficit Hyperactivity Disorder. A Clinician’s  guide. New York: Plenum
  • Reason, R. (1999). ADHD: A psychological response to an evolving concept. Journal of Learning Disabilities.
  • Reeve, R.E. (1990). ADHD: Facts and fallacies. Intervention is School and Clinic
  • Tsiantis, J.Mardikian Gazerian, B. Sipitanou, A. and Tata Stamoulopoulou, L.  (1982). Child Mental Health and Psychosocial Development: National Case study. Unpublished report to the WHO
  • Κάκουρος, Ε. Μανιαδάκη, Κ. (2000).  Η επίδραση της ΔΕΠ-Υ στη σχολική επίδοση και  στη συμπεριφορά των παιδιών. Αθήνα
  • Μπεζεβέγκης, Η.Γ. (1989). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία. Τόμος Α’, Αθήνα.
  • Πατσίδου, Μ. (2006). Εκπαιδευτικές παρεμβάσεις σε μαθητές με Διαταραχές Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Θ.Ε.Α. τ. 31, Αθήνα.
  • www.add.org (Attention Deficit Disorder Association, USA)
  • www.ADDnetUK (Attention Deficit Hyperactivity Disorder Organisation, UK).

Διαβάστε επίσης:

Τρόποι αντιμετώπισης της ΔΕΠ-Υ – συμβουλές για γονείς και εκπαιδευτικούς

efiveia.gr

Η νευρικη ανορεξία στην εφηβεία

efiveia.gr

Τραυματισμοί εφήβων αθλητών

efiveia.gr

Παιδιά και καρκίνος

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Ενέσεις αυξητικής ορμόνης. Πότε, πως, γιατί;

efiveia.gr

Ως εργαστηριακό εύρημα η υπερασβεστιαιμία, τι μπορεί να φταίει;

efiveia.gr

Αφήστε σχόλιο

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com