Ως εργαστηριακό εύρημα η υπερασβεστιαιμία, τι μπορεί να φταίει;

os-ergastiriako-evrima-i-iperasvestiaimia-ti-mporei-na-ftaieiΓράφει στο efiveia.gr η Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος Βασιλική Τριάντη

Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι πρέπει να ενισχύσουν την απορρόφηση ασβεστίου και την κατανάλωσή του γι’ αυτό και λαμβάνουν βιταμίνη D και ασβέστιο μέσω συμπληρωμάτων, θεωρώντας ότι έτσι αντιμετωπίζουν τις διατροφικές ανάγκες του οργανισμού. Όμως, μεγάλες δόσεις ασβεστίου μπορεί να προκαλέσουν υπερασβεστιαιμία (πάνω από 3000mg ημερησίως) ενώ ποσότητες μέχρι 2500mg ημερησίως μπορεί να θεωρηθούν ασφαλείς για τους περισσότερους ανθρώπους.

 Η υπερασβεστιαιμία διακρίνεται ανάλογα με τα επίπεδα του ασβεστίου σε

  • Ήπια: Ασβέστιο=10.5-11.9mg/dl
  • Μέτρια: Ασβέστιο=12-13.9mg/dl
  • Yπερασβεστιαιμική κρίση: Ασβέστιο=14-16mg/dl

Τα συμπληρώματα ασβεστίου συνήθως διατίθενται με τη μορφή δισκίου ή κάψουλας, ενώ αυτά τα σκευάσματα συνήθως περιέχουν και βιταμίνη D. Οι μορφές του ασβεστίου στα συμπληρώματα είναι ποικίλες (γαλακτικό ασβέστιο, γλυκονικό ασβέστιο, ανθρακικό ασβέστιο κ.τ.λ.)

Μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (50.000 IU ημερησίως) μπορεί να προκαλέσουν υπερασβεστιαιμία αυξάνοντας την απέκκριση ασβεστίου στο έντερο και την οστική απορρόφηση. Η δηλητηρίαση με βιταμίνη D προκαλείται μετά από μεγάλες δόσεις βιταμίνης D (50.000-200.000 IU ημερησίως) και μπορεί να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία με αύξηση της οστεοκλαστικής οστικής απορρόφησης. Επίσης η λήψη μεγάλων ποσοτήτων ασβεστίου μαζί με ένα απορροφήσιμο αλκάλι μπορεί να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία με αλκάλωση και να αναστείλει τη νεφρική λειτουργία. Η υπερασβεστιαιμία προκαλείται από αυξημένη απορρόφηση του ασβεστίου μέσα στο βλεννογόνο του εντέρου και από ελάττωση της απέκκρισης ασβεστίου από τους νεφρούς. Αυτό το αίτιο της υπερασβεστιαιμίας παρατηρείται όταν μεγάλες ποσότητες απορροφήσιμων αντιόξινων που περιέχουν ασβέστιο χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του πεπτικού έλκους σε ασθενείς με νεφρική νόσο. Τέλος, υπερασβεστιαιμία μπορεί να παρουσιαστεί όταν λαμβάνονται φάρμακα με λίθιο. Αυξάνουν τη νεφρική απέκκριση του ασβεστίου ή μετατοπίζοντας την ευαισθησία των παραθυρεοειδών αδένων για αναστολή από το ασβέστιο προκαλώντας αυξημένα επίπεδα PTH.

Οι ήπιες μορφές υπερασβεστιαιμίας μπορεί να είναι ασυμπτωματικές αλλά θα πρέπει να διερευνώνται με το δεδομένο ότι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες τα επίπεδα του ασβεστίου παραμένουν σταθερά μέσα σε στενά πλαίσια.

Στη μέτρια υπερασβεστιαιμία βασικό σύμπτωμα είναι η αδυναμία και η κόπωση.

Όταν οι τιμές γίνουν ψηλότερες, τα συμπτώματα γίνονται σοβαρότερα.

Η βαρύτητα των συμπτωμάτων εξαρτάται τόσο από τις τιμές του ασβεστίου όσο και από την ταχύτητα εγκατάστασης της υπερασβεστιαιμίας. Και  οι δύο αυτές παράμετροι σχετίζονται με την υποκείμενη πάθηση που προκαλεί την υπερασβεστιαιμία. Έτσι στον υπερπαραθυρεοειδισμό η κατάσταση είναι ηπιότερη ενώ όταν αιτία είναι κάποια κακοήθεια τα πράγματα είναι συνήθως σοβαρότερα.

Συμπτώματα και σημεία της υπερασβεστιαιμίας

Από το κεντρικό νευρικό σύστημα

  • λήθαργος
  • υπνηλία
  • κατάθλιψη
  • κώμα

Από τις νευρομυϊκές συνάψεις

  • καταβολή
  • αδυναμία
  • κεντρική μυοπάθεια
  • υποτονία

Από το καρδιαγγειακό σύστημα 

  • υπέρταση
  • βραδυκαρδία
  • ελάττωση του διαστήματος Q-T
  • ενίσχυση της τοξικής δράσης της δακτυλίτιδας

Από τους νεφρούς 

  • πολυουρία
  • νεφροπάθεια ασβεστίου – νεφρασβέστωση
  • αζωθαιμία
  • νεφρολιθιασική διάθεση (10% των περιπτώσεων)

Από τον γαστρεντερικό σωλήνα

  • δίψα
  • ανορεξία
  • ναυτία
  • έμετοι
  • δυσκοιλιότητα
  • δυσπεψία
  • απώλεια βάρους
  • αύξηση της συχνότητας του πεπτικού έλκους με απόφραξη και αιμορραγία
  • αναιμία
  • υποτροπιάζουσα παγκρεατίτιδα

Αποτιτάνωση ιστών (συνήθως απαιτείται και αύξηση του φωσφόρου)

  • νύχια άνω και κάτω άκρων χοντρά και δυνατά
  • ζωνοειδής κερατοειδοπάθεια
  • κνησμός

Όταν η υπερασβεστιαιμία παραμένει ήπια και για μεγάλα χρονικά διαστήματα πιθανότερη αιτία είναι ο υπερπαραθυρεοειδισμός. Αν είναι άγνωστη ή καινούργια η έναρξή της, τότε ο ασθενής θα πρέπει να εκτιμηθεί για κακοήθεια. Ο καρκίνος του μαστού, του πνεύμονα και του νεφρού δημιουργούν συνηθέστερα προβλήματα, ενώ από τα αιματολογικά νοσήματα το πολλαπλούν μυέλωμα, τα λεμφώματα και οι λευχαιμίες.