Τα παιδιά μου παίζουν συνέχεια με το PlayStation!

Ερώτημα αναγνώστριας:

Έχουμε μεγάλο ζήτημα με την πολύωρη χρήση του playstation κυρίως, από τα παιδιά μας 12 και 13 ετών. Ειδικά το ένα ξεχνιέται με τις ώρες, ειδικά στις διακοπές. Μαλώματα κλάματα, φωνές κι απ’ τις δυο πλευρές, συμφωνίες που άλλοτε τηρούνται, άλλοτε όχι… Κάποιες φορές να νιώθεις ότι το παιχνίδι είναι χαμένο, ή να σου’ ρχεται να αρχίσεις τις σφαλιάρες ή να κλείσεις τον γενικό της ΔΕΗ. Αχ. … Τι λέτε; Παρακαλώ απαντήστε μας, αν γίνεται. Ευχαριστούμε. 


Η απάντηση της Ψυχολόγου Σταυρούλας Γεωργακοπούλου

Στις μέρες μας το  φαινόμενο «κολλάω» στο διαδίκτυο και στα videogames από παιδιά και εφήβους βλέπουμε να αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Το παιδί από μικρό έχει μάθει να αλληλεπιδρά σε περιβάλλοντα με πολλαπλά ερεθίσματα. Συχνά καθώς λείπουν οι επιβραβεύσεις από τη ζωή του, σπεύδει να τις βρει σε παιχνίδια που αναγνωρίζουν την προσπάθεια του. Καθώς στα βιντεοπαιχνίδια η επιβράβευση είναι άμεση (όταν κερδίζεις μια πίστα ή ένα επίπεδο, αποκτάς άμεσα αναγνώριση και σεβασμό από τους συμπαίκτες σου και γίνεσαι πιο δυνατός). Και σε ποιον δεν αρέσει να βραβεύεται συνέχεια αντί να ακούει υποδείξεις γκρίνιες ή να πέφτει ψυχολογικά λόγω εντάσεων μέσα και έξω από το σπίτι; Εκτός από αυτό πολλά από τα βιντεοπαιχνίδια έχουν δύο ακόμη χαρακτηριστικά που τα καθιστούν εθιστικά. Το ένα είναι ότι δεν έχουν τέλος. Δηλαδή ο παίκτης όσο παίζει, τόσο ανεβαίνει επίπεδα, τόσο γίνεται πιο δυνατός, τόσο οι αποστολές συνεχίζονται άρα δεν μπορεί να σταματήσει να μην παίζει κι άλλο. Παράλληλα βρίσκει «συναισθηματικό καταφύγιο» μέσα σε αυτό τον εικονικό κόσμο καθώς εκεί ξεχνάει όλα του τα προβλήματα και τα αρνητικά του συναισθήματα.

Πώς μπορούμε ως γονείς να διαχειριστούμε μια τέτοια κατάσταση; Πρώτα από όλα, χρειάζεται να θέσουμε τα βιντεοπαιχνίδια ως προνόμιο και όχι ως δικαίωμα. Εφόσον το παιδί έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του μπορεί για κάποια ώρα να παίζει βιντεοπαιχνίδια. Σε αυτό τον κανόνα χρειάζεται να είμαστε σταθεροί και όχι ελαστικοί. Δηλαδή να μην επιτρέπουμε τη μια φορά να παίζει 5 ώρες και την άλλη 3. Πριν μπουν τα όρια χρειάζεται να ασχοληθούμε με το είδος παιχνιδιού που προτιμά το παιδί ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που κερδίζει από αυτό και δεν «ξεκολλάει». Έπειτα είναι απαραίτητο να συζητήσουμε μαζί του γιατί δεν βοηθάει να παίζει τόσες ώρες και να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μπαίνουν οι συγκεκριμένοι κανόνες.

Το να θέτουμε κανόνες που δεν αρέσουν και να υπάρξει μια έξαλλη αντίδραση είναι κάτι αναμενόμενο. Αν διατηρήσουν και οι δυο γονείς την ίδια σταθερότητα το παιδί θα μπορέσει να μπει σε έναν ρυθμό. Αν παρόλα αυτά το να ξοδεύει πολλές ώρες στο διαδίκτυο χωρίς να ακούει κανένα και να μην μπορεί να υπάρχει επικοινωνία έχει επαναληφθεί πολλές φορές είναι αναγκαίο να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια που μια τέτοια συμπεριφορά δεν σταματά, αντίθετα γίνεται ανεξέλεγκτη. Σε μια τέτοια περίπτωση η συμβουλή ενός Ψυχολόγου εξειδικευμένου στο θέμα θα βοηθούσε στην κατάλληλη και εξατομικευμένη αντιμετώπιση.