efiveia.gr
Οικογένεια

Σύγκρουση και Εφηβεία

Ειρήνη Παπαγιάννη

Ψυχολόγος, MSc, Παιδαγωγός-Παιδοψυχολόγος, MED, Πιστοποιημένο Στέλεχος Επαγγελματικής Συμβουλευτικής
Ειρήνη Παπαγιάννη

Latest posts by Ειρήνη Παπαγιάννη (see all)

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc, Παιδαγωγός-Παιδοψυχολόγος, MED Ειρήνη Παπαγιάννη

Η εφηβεία αποτελεί μία μεταβατική περίοδο στη ζωή του ανθρώπου και αρχίζει μετά το τέλος της παιδικής ηλικίας και οδηγεί στην ενηλικίωση. 

Οι βιολογικές-σωματικές, γνωστικές και ψυχολογικές μεταβολές, οι οποίες επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη στάση του εφήβου απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους σηματοδοτούν την εφηβεία. Η οικογένεια ως μια αναπτυσσόμενη ομάδα παρέχει ένα πλαίσιο για να αντιληφθούμε τις διακλαδώσεις της προσωπικής ανάπτυξης και εξελικτικής πορείας του εφήβου (Grotevant & Cooper, 1983). Ένας από τους σημαντικότερους αναπτυξιακούς στόχους στην εφηβεία αποτελεί η εγκαθίδρυση του εαυτού ως ξεχωριστού ατόμου και η διαμόρφωση μιας υγιούς ταυτότητας (Erikson, 1968).  

Η ανεξαρτησία του εφήβου είναι το θέμα γύρω από το οποίο η σύγκρουση γονέα-εφήβου λαμβάνει χώρα (Robin & Foster, 2002). Στην περίπτωση των γονέων η απώλεια του γονεϊκού ρόλου είναι καταλυτική. Αρχίζουν να νιώθουν ότι ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους είναι λίγος και η σχέση αποκλειστικότητας που είχαν με το παιδί τους δεν είναι όπως παλιά. Ο χρόνος μοιάζει να γίνεται αμείλικτος με τους γονείς και ο φόβος ότι χάνουν τον έλεγχο της κατάστασης καθώς και η κατάρρευση της αξίας τους, η εγκατάλειψη των προσδοκιών τους είναι ένα πλήγμα για την αμφισβήτηση του γονεϊκού ρόλου τους και για την μέχρι τότε «εξουσία» τους. Από την πλευρά των εφήβων η συχνότητα των συγκρούσεων αυξάνεται γιατί η διαδικασία μετάβασης των εφήβων σε ρόλους και ευθύνες ενηλίκων και η σταδιακή μετατροπή της άνισης και κάθετης σχέσης με τους γονείς σε μια περισσότερο ισορροπημένη και ισότιμη σχέση μοιραία οδηγεί σε διενέξεις. 

O Spitz (όπ. ανάφ. στο Κουγιουμουτζάκης, Γ. 1997 Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον) διακρίνει δύο «οργανωτικά στάδια» στην ανάπτυξη ενός φυσιολογικού εφήβου: Το πένθος των γονεϊκών εικόνων και η επιλογή «ετερόφυλου αντικειμένου». Οι έφηβοι προσπαθούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία και προσπαθούν να αυτό-καθοριστούν (Laursen & Collins, 2004). Αυτή την διαμόρφωση μιας καλά ολοκληρωμένης και ισορροπημένης ταυτότητας πρέπει να την αντιλαμβανόμαστε ως μια δυναμική διαδικασία αλληλεπίδρασης ατόμου- πλαισίου κατά τους Adams & Marshall (1996) και Lichtwarck-Aschoff et al. (2008). Η οικογένεια είναι και αποτελεί το πρωταρχικό πλαίσιο στο οποίο οι έφηβοι διαμορφώνουν την ταυτότητα τους (Bronfenbrenner, 1989). 

H σύγκρουση μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κατάσταση ασυμβίβαστων συμπεριφορών (Shantz, 1987), διαφωνίας (Garvey, 1984) και εναντίωσης (Hay, 1984). Η εναντίωση της συμπεριφοράς, είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό της σύγκρουσης (Shantz & Hartup, 1992). Η Shantz (1987), χαρακτηρίζει την σύγκρουση, ως ένα κοινωνικό και χρονικά κατανεμημένο επεισόδιο, με τα παρακάτω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: 

  • τη συχνότητα (incidence), 
  • την ένταση ( intensity, συναισθηματική ένταση της σύγκρουσης), 
  • το θέμα (conflict topic), 
  • την έναρξη (initiation), 
  • την επίλυση (resolution)  
  • το αποτέλεσμα (outcome) 
  • το επακόλουθο της σύγκρουσης (aftermath of a conflict). 

 Ο ρόλος της οικογένειας 

Ο έφηβος, επειδή όλα γύρω του αλλάζουν έχει ανάγκη από ένα σταθερό πλαίσιο, με δομές, αρχές, αξίες, ιδανικά καθώς και όρια. Η οικογένεια με συνεκτικούς δεσμούς και ισχυρούς γονείς παίζει καθοριστικό ρόλο γιατί δεν διακινδυνεύει εύκολα να υποστεί συντριβή και ήττα σε μια σύγκρουση με τον έφηβο. Οι υποχωρήσεις των γονέων στις ανεξέλεγκτες απαιτήσεις των εφήβων, δείχνουν αδυναμία από πλευράς των γονέων, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν την δύναμη του εφήβου, ο οποίος όμως αναστατώνεται γιατί αισθάνεται ότι η πίεση που ασκεί στους γονείς, τους κάνει να καταρρέουν. 

Στην αντίθετη περίπτωση που οι γονείς είναι αυταρχικοί και επιμένουν στις δικές τους θέσεις, χωρίς να συμμερίζονται τη γνώμη του εφήβου προκαλούν μεγαλύτερη αντίδραση και γόνιμο έδαφος για σύγκρουση ενώ μπορεί να οδηγήσουν τον έφηβο και σε υποταγή λόγω της αυταρχικότητας που βιώνει. Ο έφηβος σε αυτά τα πλαίσια νοιώθει έντονη ματαίωση, που μπορεί να τον οδηγήσει σε φυγή ή στην ανάπτυξη διαφόρων ψυχολογικών προβλημάτων, να κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών ή να ενταχθεί σε διάφορες περιθωριακές ομάδες. 

 Οι γονείς αντιδρούν στην προσπάθεια του εφήβου για αυτονομία ασκώντας έλεγχο και κατασταλτικά μέτρα. Η αντίδραση του εφήβου σε τέτοιες ηγεμονικές και εξουσιαστικές συμπεριφορές μπορεί να είναι η απομάκρυνση και η αποξένωσή του από την οικογένεια, ενώ ο ίδιος δεν είναι έτοιμος ακόμη να αναλάβει τα ηνία. Το αποτέλεσμα σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι η ρήξη του με κάθε μορφή εξουσίας, με συνέπεια είτε τη σύγκρουσή του με την έννομη τάξη είτε την καταφυγή του σε εξαρτησιογόνες ουσίες. Υπάρχουν περιπτώσεις που η αντίδραση του ενέχει μια προσκόλληση στους γονείς του, με περιορισμό των δυνατοτήτων του στις σχολικές επιδόσεις και στις κοινωνικές σχέσεις. Με αυτή τη συμπεριφορά οι γονείς «αισθάνονται τυχεροί» γιατί το παιδί τους δεν τους προκαλεί προβλήματα, όμως το τίμημα για το ίδιο μπορεί να είναι μια καταθλιπτική διαταραχή ή αντικοινωνική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. 

Οι γονείς συχνά παίρνουν την απόφαση να μην θέτουν περιορισμούς θεωρώντας ότι ο έφηβος μπορεί να ανταποκριθεί μόνος του. Αυτή η επιλογή τους, μπορεί να οδηγήσει τον έφηβο στην απόκτηση μιας  «ψεύτικής ωριμότητας»!. Επειδή όμως δεν του έχει δοθεί ο χρόνος που χρειάζεται για να πειραματιστεί και να ανακαλύψει την ταυτότητα του μέσα από τις διαδικασίες της σταδιακής ωρίμανσης μπορεί να αισθανθεί μόνος και ανίκανος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κόσμου των ενηλίκων. Παραμένει άβουλος και αναποφάσιστος, ενώ παράλληλα αναζητά διαρκώς στηρίγματα και γίνεται ευάλωτος σε εξαρτήσεις κάθε τύπου.  

Ο ρόλος της οικογένειας είναι καθοριστικός και στο ζήτημα της σεξουαλικότητας που αφορά τους γονείς και είναι καίριο σε αυτή την ηλικία γιατί ο έφηβος ολοκληρώνεται βιολογικά και συναισθηματικά με την τελική οργάνωση της σεξουαλικότητας. Η αίσθηση του εφήβου ότι είναι κυρίαρχος του σώματος του εναλλάσσεται συχνά με την αίσθηση ότι κατοικεί σε ένα ξένο σώμα. Ακόμη, ξεκαθαρίζει η αίσθηση του φύλλου και τίθενται οι βάσεις για τις φιλικές ή σεξουαλικές ετεροφυλικές σχέσεις (Τσιάντης, 1991). Ολοκληρώνεται η ανάπτυξη των πρωτογενών και δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου. Ταυτόχρονα με τη σωματική ωρίμανση, αναδύονται η επιθετικότητα και η σεξουαλικότητα. Το σώμα του εφήβου αλλάζει, σχηματίζει την ενήλικη μορφή του και γίνεται ερωτικό. Η νέα εικόνα στο σώμα του εφήβου δεν είναι ακόμα ενσωματωμένη και σε ψυχικό επίπεδο. Οι έφηβοι δεν αναγνωρίζουν το σώμα τους και κατά συνέπεια και τον εαυτό τους, κάτι που τους δημιουργεί διαφόρων ειδών ανασφάλειες. Η Anna Freud (1958) ανέφερε: «Η εφηβεία είναι χρήσιμη, αναπόφευκτη και απαραίτητη για την ομαλή εξέλιξη του ατόμου». 

Τέλος αξιοσημείωτος είναι ο ρόλος της οικογένειας στη δημιουργία σχέσεων του εφήβου με τους συνομήλικους του, που συχνά τροποποιούνται και αναθεωρούνται. Ο έφηβος εγκαταλείπει πολλές από τις παιδικές του φιλίες και αναζητά νέους φίλους, οι οποίοι μοιράζονται τις ίδιες με αυτόν αντιλήψεις, αξίες και στάσεις ζωής. Η προσωπική ταυτότητα του πρέπει να αναγνωρίζεται και να γίνεται αποδεκτή και από τα άτομα που ο ίδιος ο έφηβος θεωρεί σημαντικά (Erikson, 1959). 

Η αυξανόμενη αυτονομία και ατομικοποίηση κατά τη διάρκεια της εφηβείας οδηγεί σε προσωρινή μείωση της εγγύτητας, αύξηση συγκρούσεων και σταδιακά ίση δύναμη με τους γονείς (Collins & Laursen, 2004). O τρόπος συμπεριφοράς των γονιών έχει βαθιά και διαρκή επίδραση στη συναισθηματική ζωή του εφήβου. Οι γονείς με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη επηρεάζουν θετικά τον έφηβο. Το παιδί γίνεται αποδέκτης των συναισθηματικών αλληλεπιδράσεων στην οικογένεια (Goleman, 1995). Η παραμέληση και η αδιαφορία των γονιών διαμορφώνει συναισθηματικά ασταθή παιδιά τα οποία επιδεικνύουν συναισθήματα ντροπής, αγωνίας και κατάθλιψης. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα συναισθήματα των άλλων, αντιδρούν με οργισμένη επιθετικότητα ή θλιμμένη απόσυρση από τις παρέες των συνομηλίκων. Η συνδιαλλαγή μεταξύ γονιού και παιδιού εμπεριέχει ποικίλες συγκινήσεις. Οι γονείς συχνά αγνοούν το συναίσθημα και δεν το ακούν. Γίνονται κακοί ακροατές του συναισθήματος που εκφράζει το παιδί τους  και αυτό συμβάλλει αρνητικά στη συναισθηματική του ανάπτυξη (Dinkmeyer & Mckay, 1989). 

Η ομαλή και ισορροπημένη ανάπτυξη του παιδιού προϋποθέτει την αρμονική συνύπαρξη των μελών της οικογένειας, την επικοινωνία και την ύπαρξη ενός ήρεμου περιβάλλοντος μέσα στην οικογένεια. Καταστάσεις που δημιουργούν εντάσεις μέσα στην οικογένεια μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την συναισθηματική του ανάπτυξη. 

Συχνά ο έφηβος κάνει αρνητική χρήση των συγκινήσεων για να επισύρει την προσοχή, να ελέγξει καταστάσεις, να εκδικηθεί ή για να δικαιολογήσει την παθητικότητα του (Dinkmeyer & Mckay, 1989).  

Σε τέτοιες καταστάσεις οι γονείς δείχνουν οίκτο στους εφήβους που όμως έχει αρνητικές συνέπειες. Τους μαθαίνουν να υιοθετούν την ταυτότητα του αδύναμου και του δειλού ενώ οφείλουν να του διδάξουν να αντιμετωπίζει τις απογοητεύσεις σαν μέρος της ζωής του (Dinkmeyer & Mckay, 1989). 

Τύποι γονεϊκής στάσης και συμπεριφοράς 

Κατά τον Gottmann (1994) δύο είναι οι μεγάλες κατηγορίες των γονιών, ανάλογα με τη δεξιότητα τους στη διαχείριση των συναισθηματικών προβλημάτων των παιδιών τους. Είναι οι συναισθηματικοί μέντορες ή παιδαγωγοί και αυτοί που αδυνατούν να καλλιεργήσουν τη συναισθηματική νοημοσύνη στα παιδιά. Η δεύτερη ομάδα υποδιαιρείται σε τρεις κατηγορίες: οι αποστασιοποιημένοι, οι επικριτικοί ή αποδοκιμαστικοί και οι επιτρεπτικοί ή παραχωρητικοί γονείς. Οι αποστασιοποιημένοι γονείς αγνοούν τα συναισθήματα και απαξιώνουν ειδικότερα τα αρνητικά συναισθήματα του παιδιού. Οι επικριτικοί γονείς στηλιτεύουν την έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων του παιδιού και το τιμωρούν ή το επιπλήττουν για αυτό. Τέλος, οι επιτρεπτικοί γονείς ναι μεν αφουγκράζονται και συμπάσχουν, αλλά αδυνατούν να καθοδηγήσουν και να οριοθετήσουν τα παιδιά (Gottmann, 1994).  

     4.1 Οι αποστασιοποιημένοι γονείς 

Οι αποστασιοποιημένοι γονείς χρησιμοποιούν περισπασμούς για να αναστείλουν τα συναισθήματα του παιδιού, γελοιοποιούν τα συναισθήματα, τα χαρακτηρίζουν ως παράλογα, φοβούνται για την απώλεια του συναισθηματικού ελέγχου, νιώθουν αβεβαιότητα και ανασφάλεια, υποβαθμίζουν τα γεγονότα, μεταθέτουν τη λύση του προβλήματος στο μέλλον (Gottman, 1994).  

     4.2 Οι επικριτικοί γονείς 

Οι επικριτικοί γονείς έχουν πολλά κοινά σημεία με τους αποστασιοποιημένους. Θεωρούν τα συναισθήματα ως ένδειξη αδυναμίας, πιστεύουν ότι τα παιδιά πρέπει να είναι σκληρά, επιθυμούν να συμμορφώνονται τα παιδιά με την εξουσία και να αποφεύγουν την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, τα οποία θεωρούν αντιπαραγωγικά και ανούσια. Θεωρούν την έκφραση λύπης ως επιπολαιότητα. Οι επικριτικοί γονείς είναι προσβλητικοί και απαξιωτικοί. Ισοπεδώνουν τα συναισθήματα και μετατρέπουν τις φορτισμένες συναισθηματικές καταστάσεις σε πεδίο επίδειξης ισχύος. Δεν έχουν αυτοέλεγχο και πιστεύουν ότι δεν πρέπει να χαραμίζεται η λύπη σε επιφανειακά θέματα (Gottman, 1994).  

     4.3 Οι παραχωρητικοί γονείς 

Οι παραχωρητικοί ή επιτρεπτικοί γονείς παρηγορούν το παιδί, δεν προσπαθούν να επιλύσουν το πρόβλημα ή να διδάξουν στο παιδί πώς να προσεγγίζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματα του. Είναι μπερδεμένοι, δυσκολεύονται να απεγκλωβιστούν από την υπερβολική αγάπη προς τα παιδιά τους. Οι παραχωρητικοί γονείς καταβάλλουν προσπάθειες να κατευνάσουν και να απαλύνουν τα αρνητικά συναισθήματα του παιδιού (Gottman, 1994). 

     4.4 Οι γονείς – συναισθηματικοί μέντορες 

Οι συναισθηματικοί μέντορες αφιερώνουν χρόνο στην ακρόαση, είναι ευαίσθητοι στα μηνύματα του παιδιού, προσφέρουν καθοδήγηση, δεν περιγελούν. Μοιάζουν με τους επιτρεπτικούς γονείς, όμως λειτουργούν ως οδηγοί των παιδιών στον κόσμο του συναισθήματος. Όλα τα συναισθήματα είναι χρήσιμα και γι’ αυτό δεν διστάζουν να αποκαλύψουν τα δικά τους συναισθήματα και δεν φοβούνται την απολογία. Με τη στάση τους αυτή αμβλύνονται οι τριβές και οι συγκρούσεις. Οι συναισθηματικοί μέντορες βοηθούν τα παιδιά να κατονομάσουν τα συναισθήματα τους, επιτρέπουν σ’ αυτά να βιώνουν τα συναισθήματα τους, να δείχνουν σεβασμό, αλλά και να θέτουν και όρια (Gottman, 1994). 

Συνέπειες και επιπτώσεις των συγκρούσεων 

Ο Steinberg (2001) αναφέρει ότι μερικές συγκρούσεις στην εφηβεία με τους γονείς, μπορούν να θεωρηθούν ως φυσιολογικό κομμάτι των οικογενειακών σχέσεων και έχουν μια ξεκάθαρη λειτουργικότητα στην ανάπτυξη της αυτονομίας και της ατομικοποίησης, ενώ ο Dunn (2004) υποστηρίζει ότι η σύγκρουση μπορεί να προάγει την ευημερία του εφήβου, στον βαθμό βέβαια που προσφέρει δυνατότητες για την βελτίωση της αυτό-έκφρασης και του επανακαθορισμού των δεξιοτήτων συνεργασίας.  Η θεωρία των «οικογενειακών συστημάτων», που βασίζεται σε καμπυλόγραμμο μοντέλο (Olson et al., 1983· Reiss, 1981) υποστηρίζει ότι ένας βαθμός διαφωνίας είναι απαραίτητος για  να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και να διευκολυνθεί η αλλαγή, αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου όλα τα κέρδη έχουν συνειδητοποιηθεί και η επιπλέον σύγκρουση είναι αντιπαραγωγική, ενώ οι Katz et al.( 1992) αναφέρουν ότι οι δυσμενείς συνέπειες μιας χρόνιας σύγκρουσης επικαλύπτει τα οφέλη που αποφέρουν οι μετριοπαθείς διαφωνίες εφήβων και γονέων. Οι αλληλεπιδράσεις της οικογένειας πατέρα-μητέρας-εφήβου που χαρακτηρίζονται από την ανταπόκριση και κατανόηση στις διαφορετικές γνώμες που μπορεί να αναπτύξει ο έφηβος, σχετίζονται με μια ισχυρή ταυτότητα του εφήβου και αντίληψη των κοινωνικών δεξιοτήτων (Grotevant & Cooper, 1986). 

Παρά τις προαναφερθείσες επιπτώσεις στον τομέα των συγκρούσεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια θετική χροιά, υπάρχουν καταγεγραμμένες μελέτες που υποστηρίζουν το αντίθετο, πράγμα που δημιουργεί μια αντίφαση και επομένως και μια δυσκολία στον χειρισμό τους καθώς και στον τρόπο επίλυσής τους. 

Οι Cooper (1988)· Smetana (1995)·Adams & Laursen (2007) αναφέρουν ότι ο μεγάλος αριθμός συγκρούσεων θέτει σε κίνδυνο την ψυχοκοινωνική προσαρμογή του εφήβου. Υψηλό ποσοστό συγκρούσεων με τους γονείς σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εξωτερικευμένων και εσωτερικευμένων προβλημάτων (Pelton & Forehand, 2001·Buehler & Gerald, 2002 ·Branje et al., 2009). Οι συχνές διαφωνίες και τα υψηλά ποσοστά συγκρούσεων των εφήβων με την οικογένεια έχουν συσχετιστεί με χαμηλά επίπεδα ψυχολογικής ευεξίας, σχολικής προσαρμογής, χαμηλή αυτοεκτίμηση, υψηλά ποσοστά χρήσης τοξικών ουσιών και επικίνδυνες συμπεριφορές (Shek, 1997 ·Tucker et al., 2003). Οι συγκρούσεις γονέων και εφήβων προβλέπουν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς στους εφήβους (Wasserman et al., 1996· Barber & Delfabbro, 2000), αλλά και τα προβλήματα συμπεριφοράς έχει βρεθεί ότι προβλέπουν περισσότερες συγκρούσεις με την πάροδο του χρόνου (Barber, 1994). Έχει αναφερθεί, αμφίδρομης κατεύθυνσης σχέσεις ανάμεσα σε προβλήματα συμπεριφοράς και συγκρούσεις γονέων – εφήβων (Maggs & Galambos, 1993). 

Επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, έχουν συνδεθεί μελλοντικά με την παραβατικότητα των εφήβων και διαταραχές συμπεριφοράς (Patterson et al., 1991). Τα αυξημένα επίπεδα συγκρούσεων μεταξύ γονέα-εφήβου έχουν συνδεθεί με τη φυγή των εφήβων από το σπίτι (Adams et al., 1985) και με απόπειρες αυτοκτονίας (Corder et al., 1974). Γενικά, το αυξημένο ποσοστό συγκρούσεων στους εφήβους έχει συνδεθεί με δυσμενείς συνέπειες όπως η επιθετικότητα, η κατάθλιψη, η παραβατικότητα και η αποκλίνουσα συμπεριφορά, η σχολική επίδοση, η απόσυρση και οι δυσκολίες με τις σχέσεις με τους συνομηλίκους (Adams & Laursen, 2007).  

Η ποιότητα της σχέσης μετριάζει τις σχέσεις μεταξύ σύγκρουσης και συνεπειών στους εφήβους (Cooper, 1988). Σε έρευνα των Adams & Laursen (2007) βρέθηκε ότι η σύγκρουση εξαρτάται από την ποιότητα των σχέσεων. Η συχνότητα των συγκρούσεων συνδέεται με την παραβατικότητα, την σχολική επίδοση και την απόσυρση, αλλά οι συνδέσεις διαφοροποιούνται ανάλογα με το πόσο αρνητικά αντιλαμβάνεται ο έφηβος την ποιότητα των σχέσεων με την οικογένειά του. Συγκεκριμένα, για τους εφήβους που ανέφεραν χαμηλά επίπεδα αρνητικότητας, η αύξηση των συγκρούσεων σε μέτρια επίπεδα δεν σχετίζεται με αρνητικές συνέπειες, αλλά για τους εφήβους που ανέφεραν υψηλά επίπεδα αρνητικότητας στις  σχέσεις με τους γονείς, η αύξηση στις συγκρούσεις σε μέτρια επίπεδα δεν συνδεόταν ποτέ με θετικές συνέπειες, αλλά μόνο με αρνητικές επιπτώσεις. Καθώς αυξάνουν οι συγκρούσεις, από τα μέτρια στα υψηλά επίπεδα, αυξήθηκε η παραβατικότητα, η σχολική επίδοση έμεινε στάσιμη ή και χειρότερη και η απόσυρση είτε αυξήθηκε ή σταμάτησε να μειώνεται. Τα συγκεκριμένα ευρήματα υποστηρίζουν, ότι η αντιλαμβανόμενη αρνητικότητα της ποιότητας των σχέσεων από τους εφήβους, επιδεινώνουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την χρόνια σύγκρουση και αναστέλλουν τις ευεργετικές συνέπειες των μέτριων συγκρούσεων με το να δημιουργούν συνθήκες δυσπιστίας και φόβου (Olson et al., 1983 ·Reiss, 1981  Adams & Laursen, 2007). 

 Τρόποι επίλυσης των συγκρούσεων 

Ο Vuchinich (1990) διέκρινε πέντε διαφορετικούς τρόπους επίλυσης των συγκρούσεων μεταξύ γονέων και εφήβων: 

 1) υποταγή (submission), όταν η μια πλευρά προσχωρεί ή υποκύπτει στις απαιτήσεις της άλλης πλευράς, 

 2) συμβιβασμός (compromise), αντανακλά υποχωρήσεις και από τους δύο, η οποία επιτυγχάνεται με διαπραγμάτευση,  

3) απόσταση διαχωρισμού (standoff), περιλαμβάνει την μετακίνηση της εστίασης από το θέμα έτσι ώστε η διαφωνία να υποχωρήσει χωρίς επίλυση της, 

 4) απόσυρση (withdrawal), πραγματοποιείται όταν η μια πλευρά αρνείται να συνεχίσει, μπορεί και να αποχωρήσει,  

5) παρέμβαση τρίτου προσώπου (third-party intervention), περιγράφει την συμφωνία σε μια λύση και των δύο συμμετεχόντων, η οποία όμως έχει προταθεί από ένα τρίτο άτομο. 

Οι Rubenstein και Feldman (1993) βρήκαν τρία είδη επίλυσης συγκρούσεων μεταξύ γονέων-εφήβων, χρησιμοποιώντας το Ερωτηματολόγιο Συμπεριφοράς Επίλυσης της Σύγκρουσης (Conflict-Resolution Behavior Questionnaire, 1993). Συμπεριφορές όπως η δικαιολόγηση, η κατανόηση της οπτικής του άλλου και η συνεργασία για την λύση του προβλήματος αποτελούν τον τύπο του συμβιβασμού (compromise style resolution). Ο τύπος επίλυσης της σύγκρουσης που περιλαμβάνει εχθρότητα, αυταρχική συμπεριφορά και κλιμάκωση της σύγκρουσης ονομάζεται επίθεση (attack). Τέλος, ο τύπος της αποφυγής (avoidance style), περιλαμβάνει αγνόηση του προβλήματος και/ή απόσυρση από τη σύγκρουση.  

Διαβάστε επίσης:

Αδελφική σχέση… μία σχέση αληθινής, αγνής αγάπης

Γιάννης Ξηντάρας

Πώς να μιλήσουμε στα παιδιά μας για μια απώλεια

Γιάννης Ξηντάρας

Γονείς και εφηβεία

efiveia.gr

Οι γονείς οφείλουν να είναι πάντα δίπλα στα παιδιά τους

Γιάννης Ξηντάρας

Η ζωή με τους εφήβους – Δέκα χρήσιμοι κανόνες για τους γονείς των εφήβων

Γιάννης Ξηντάρας

Η σχέση της μητέρας και της έφηβης κόρης

Εύη Μεσσαριτάκη

Αφήστε σχόλιο

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com