Προσεγγίζοντας τον έφηβο

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc Εγκληματολογίας Κωνσταντίνα Καστελιώτη, συνεργάτης του Κέντρου Λόγου, Γραφής & Συμπεριφοράς ΛΟΓΟ-ΤΕΧΝΙΑ

Η σχέση του γονέα με τον έφηβο μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου και μπορεί να έχει έντονες διακυμάνσεις. Πολλές φορές οι γονείς αιφνιδιάζονται με κάποιες αντιδράσεις του παιδιού τους καθώς διαφέρουν από ό,τι έχουν συνηθίσει μέχρι τώρα. Άλλες φορές οι γονείς ίσως νιώθουν πως προσπαθούν πολύ να είναι κοντά στον έφηβο όμως δεν εισπράττουν την αναμενόμενη ανταπόκριση από εκείνον. Αναρωτιούνται, λοιπόν, τι  μπορεί να κάνουν λάθος και πώς θα μπορούσαν να τον προσεγγίσουν διαφορετικά.

Συχνά, ο γονέας εστιάζει στην προσπάθεια που καταβάλλει ο ίδιος στη σχέση του με τον έφηβο. Αξίζει, όμως, να αναρωτηθεί με ποιους τρόπους προσπαθεί να είναι κοντά στον έφηβο. Μήπως του προσφέρει βοήθεια σε πράγματα στα οποία εκείνος είναι ήδη αυτόνομος; Μήπως προσπαθεί να τον φροντίσει με τρόπο που ταιριάζει σε παιδί μικρότερης ηλικίας; Χρειάζεται χρόνος για να αρχίσει ο γονέας να εξελίσσει σταδιακά τον ρόλο του, συνειδητοποιώντας πως οι ανάγκες του εφήβου έχουν αλλάξει. Έτσι, μπορεί να είναι πλέον πιο χρήσιμη η καθοδήγηση, για παράδειγμα, στις κοινωνικές του σχέσεις παρά στις καθημερινές βασικές του ανάγκες. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο έφηβος βιώνει γρήγορες σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές. Κι ενώ οι γονείς προσαρμόζουν σταδιακά τη στάση τους, εκείνος περιμένει από το οικείο του περιβάλλον να συμβαδίσει άμεσα με τις αλλαγές αυτές και να τον αντιμετωπίζει διαφορετικά.

Σημαντικό ρόλο παίζουν βέβαια και  οι προσδοκίες που έχουν οι γονείς από τον έφηβο. Τι είδους ανταπόκριση, δηλαδή, περιμένουν από εκείνον και ενδεχομένως απογοητεύονται από την αντίδρασή του. Αν η προσδοκία τους είναι, για παράδειγμα, να γνωρίζουν τα πάντα για τον έφηβο, μπορεί η πίεση να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και να κλονιστεί η επικοινωνία μεταξύ τους. Άλλωστε, η ανάγκη του εφήβου για προσωπικό χώρο και χρόνο θα πρέπει να γίνεται σεβαστή.

Ασφαλώς και οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν ουσιαστικά πράγματα για εκείνον όπως τους φίλους, τις παρέες του και φυσικά τα μέρη στα οποία επιθυμεί να βγαίνει. Επίσης, η επιθυμία του εφήβου να απευθύνεται στους γονείς του όταν αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα δείχνει τον βαθμό ανταπόκρισής του στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ τους.

Μερικές φορές, οι γονείς δεν αρκούνται στο να προσφέρουν καθοδήγηση στο παιδί τους αλλά προσπαθούν να το προσεγγίσουν ως φίλοι. Το αποτέλεσμα όμως είναι να χάνονται τα όρια που είναι βασικά στη μεταξύ τους σχέση. Ο γονέας, εξάλλου, δε μπορεί να υποκαταστήσει τις φιλικές σχέσεις που έχει ο έφηβος με τους συνομηλίκους του. Μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να φέρει σε αμηχανία τον έφηβο, στάση την οποία ο γονέας ίσως ερμηνεύσει ως έλλειψη ανταπόκρισης. Είναι προτιμότερο ο γονέας να διατηρεί τον ρόλο του, γεγονός που εμπνέει εμπιστοσύνη στον έφηβο.

Όταν οι γονείς είναι διαθέσιμοι και ανοιχτοί σε επικοινωνία με τον έφηβο, τότε εκείνος νιώθει ότι μπορεί να ακουστεί. Αλλά και οι ίδιοι οι γονείς μπορούν να του εκφράσουν τις σκέψεις τους ή ενδεχομένως και τον προβληματισμό τους για κάποια συμπεριφορά του. Η δυνατότητα να διατυπώσει τη δική του οπτική μπορεί να διευκολύνει την κατάσταση, ακόμα και να δράσει καταλυτικά στη μεταξύ τους επικοινωνία.