Ο ρόλος της οικογένειας στην πρόληψη και αντιμετώπιση του εκφοβισμού (bullying)

Γράφει στο efiveia.gr η Δρ. Αναπτυξιακής Ψυχολογίας – Ψυχοθεραπεύτρια Ευφροσύνη Αλεβίζου

Είναι αλήθεια ότι για τον εκφοβισμό έχουν γραφτεί πάρα πολλά. Η σχετική βιβλιογραφία είναι ανεξάντλητη, ενώ φαίνεται πως το θέμα έχει  καλυφθεί πλήρως από κοινωνικούς επιστήμονες που ειδικεύονται στην ανάλυσή του. Παρόλα αυτά, θα επιχειρήσω μια μικρή συμβολή στο ζήτημα μέσα από το σημερινό μου άρθρο που επικεντρώνεται στο ρόλο της οικογένειας.

Τι μπορεί να κάνει η οικογένεια σε επίπεδο πρόληψης του εκφοβισμού; Και εννοώ πρόληψη σε δύο επίπεδα. Από τη μια, τι μπορεί να κάνει η οικογένεια ώστε  να μειώσει τις πιθανότητες για τον έφηβο  να πέσει θύμα εκφοβισμού; Από την άλλη, τι μπορεί να κάνει η οικογένεια, ώστε αν ο έφηβος  υποστεί εκφοβισμό, να μην αντιδράσει  με  αυτοκαταστροφικούς τρόπους αλλά να μπορέσει να το διαχειριστεί και να συνεχίσει τη ζωή του ενσωματώνοντάς το και αυτό ως εμπειρία ωρίμανσης;

Ας δούμε τι γίνεται στα χρόνια της εφηβείας. Είναι αλήθεια ότι οι έφηβοι δύσκολα αποκαλύπτουν στο περιβάλλον τους ότι έχουν υποστεί εκφοβισμό. Πιστεύω όμως ότι αν δεν υπήρχε αυτού του βαθμού η μυστικοπάθεια δεν θα  οδηγούνταν οι έφηβοι σε απελπισία και αίσθημα αδιεξόδου όπως συχνά γίνεται. Γιατί οι έφηβοι κρατούν μυστικό τον εκφοβισμό; Επειδή φοβούνται τις αντιδράσεις του περίγυρου. Η εφηβεία είναι η φάση διαμόρφωσης της ταυτότητας. Αναρωτιόμαστε για το ποιοι είμαστε και ποιοι θα θέλαμε να είμαστε. Συνθέτουμε τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας ώστε σταδιακά να δημιουργούν ένα ενιαίο σύνολο. Σ’ αυτή τη φάση  μας είναι πολύ σημαντική η εικόνα μας προς τους άλλους, ενώ η αντίληψη για τον εαυτό μας εξαρτάται σε μεγάλο  βαθμό από το τι πιστεύουν οι άλλοι για μας.  Οι ισορροπίες στην εμπιστοσύνη προς τον εαυτό μας είναι πολύ ευαίσθητες και εύκολα αναστρέψιμες. Ο έφηβος συχνά αμφιβάλλει για το πόσο επαρκής είναι ως άτομο και μπορεί να αμφιταλαντεύεται ανάλογα με τις αντιδράσεις από το περιβάλλον του.  Σε συνδυασμό με όλα αυτά λοιπόν, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την μυστικοπάθεια που περιβάλλει το θέμα του εκφοβισμού ειδικά κατά τα χρόνια της εφηβείας. Οι έφηβοι φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν για έλλειψη θάρρους και δυναμισμού, φοβούνται ότι θα τους ειρωνευτούν, θα τους ασκήσουν κριτική και θα τους κοροϊδέψουν.

Τι μπορεί λοιπόν να κάνει η οικογένεια ώστε να αποτρέψει την μυστικοπάθεια; Πώς θα δημιουργήσουμε στον έφηβο την βεβαιότητα ότι κανένας δεν θα του ασκήσει κριτική, δεν θα τον προσβάλλει και δεν θα τον μειώσει ως προσωπικότητα αν αποκαλύψει ότι τον εκφοβίζουν;

Η απάντηση είναι η εξής: Καλλιέργεια οικογενειακού κλίματος που επιτρέπει την ανοιχτή επικοινωνία. Και επειδή εμείς οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούμε συχνά την έννοια της ανοιχτής επικοινωνίας σαν να είναι αυτονόητη, θα εξηγήσω πολύ απλά τι εννοούμε. Ανοιχτή επικοινωνία σημαίνει ότι είμαι πάντοτε διαθέσιμος στο να ακούσω τι έχει να μου πει ο άλλος μπαίνοντας στη θέση του και προσπαθώντας στον μέγιστο βαθμό να κατανοήσω τον κόσμο του, αφήνοντας στην άκρη τις προκαταλήψεις μου και οποιαδήποτε επικριτική διάθεση. Ακούω με διάθεση να κατανοήσω και όχι να κρίνω ή να σπεύσω να διορθώσω. Αυτό είναι το πρώτο βήμα που κάνει τον άλλον να αισθανθεί ότι μπορεί να μου μιλήσει για ότι του συμβαίνει. Εννοείται φυσικά ότι στο πλαίσιο αυτού του είδους της επικοινωνίας, η αποδοχή είναι άνευ όρων. Μόνο μέσα στο πλαίσιο ανοιχτής επικοινωνίας μπορεί ο έφηβος να μας εμπιστευτεί ζητήματα που θέτουν σε αμφιβολία το αίσθημα επάρκειας για τον εαυτό του.

Όλοι θυμόμαστε ότι στην εφηβεία υπάρχει η τάση να μεγαλοποιούμε αυτά που μας συμβαίνουν. Όλοι μας έχουμε αναμνήσεις από καταστάσεις που μας φαίνονταν ιδιαίτερα σοβαρές και κρίσιμες όταν ήμασταν έφηβοι, ενώ ως ενήλικες δεν θα τους αποδίδαμε ποτέ την ίδια βαρύτητα. Οι σχέσεις με τους συνομηλίκους είναι ένα  πολύ σημαντικό κομμάτι της εφηβικής ζωής από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η εικόνα για τον εαυτό. Και πάλι αν ανατρέξουμε στην δική μας εφηβεία, θα διαπιστώσουμε πόσο πιο ευαίσθητοι ήμασταν ως έφηβοι στην απόρριψη, την κριτική και  την απομάκρυνση των φίλων και πόσο εξαρτούσαμε τότε το αίσθημα για τον εαυτό μας από την αποδοχή του περίγυρου και την επιβεβαίωση που αντλούσαμε από τις συναναστροφές μας. Αυτές είναι καταστάσεις από τις οποίες διαφοροποιούμαστε ως ενήλικες γιατί οι φιλικές μας σχέσεις εντάσσονται πια σε ένα διαφορετικό πλαίσιο ζωής και μας αφορούν με ποιοτικά διαφορετικό τρόπο, ενώ ταυτόχρονα έχουμε ως ενήλικες σταθεροποιήσει το αίσθημα για τον εαυτό μας σε βαθμό που να μην εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες. Αυτή είναι όμως μια διαδικασία που ξεκινά από την παιδική ηλικία και στην οποία παίζει σημαντικό ρόλο η στάση της οικογένειας. Με άλλα λόγια, η οικογένεια οφείλει να αποτελεί μια σταθερή βάση μέσα στην οποία τα παιδιά να αισθάνονται ασφαλή, να μπορούν να είναι ο εαυτός τους και να εκφράζουν οτιδήποτε τα απασχολεί χωρίς φόβο. Μόνο μέσα από αυτές τις συνθήκες οδηγούνται τα παιδιά στην εφηβεία έχοντας αίσθημα επάρκειας για τον εαυτό τους. Και το αίσθημα επάρκειας για τον εαυτό είναι η βασική προϋπόθεση ώστε να οδηγηθεί το άτομο σε ισορροπημένες και ισότιμες σχέσεις ως έφηβος και ως ενήλικας.

Ένα παιδί που φτάνει στην εφηβεία έχοντας αποδοχή άνευ όρων από την οικογένεια και με αίσθημα επάρκειας για τον εαυτό του, δεν εξαρτά το συναίσθημα για τον εαυτό του από τις αντιδράσεις των άλλων με τρόπους που να τον οδηγούν σε καταστροφικούς για την συναισθηματική και κοινωνική του ζωή συμβιβασμούς, ούτε  αναζητά την αποδοχή με τρόπους που να τον καθιστούν ευάλωτο στον εκφοβισμό.

Μπαίνοντας στην εφηβεία, τα παιδιά εκφράζουν τις ανάγκες τους για μεγαλύτερου βαθμού αυτονομία και ιδιωτικότητα.  Ο ρόλος της οικογένειας είναι να παρέχει την δυνατότητα στον έφηβο να αυτονομηθεί, διατηρώντας όμως την λεπτή ισορροπία μεταξύ του πόση ιδιωτικότητα παραχωρεί και πόσο ενήμεροι είναι οι γονείς για το τι συμβαίνει στη ζωή του παιδιού τους. Ο έφηβος δεν είναι ακόμα ενήλικος. Χρειάζεται την καθοδήγηση και την διακριτική επιτήρηση της οικογένειας και φυσικά χρειάζεται ταυτόχρονα την πρόσβαση στην υποστήριξη της οικογένειας για οτιδήποτε του συμβεί στον έξω κόσμο που θα τον κάνει να νιώσει ανασφαλής. Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να γνωρίζουν την ζωή του παιδιού τους. Δεν χρειάζεται φυσικά να γίνουν ντετέκτιβ ή να έχουν τον έφηβο υπό παρακολούθηση. Αν η επικοινωνία είναι θετική και ανοιχτή, ο έφηβος εμπιστεύεται τους γονείς και  αισθάνεται ότι μπορεί να μοιραστεί τόσο τις θετικές, όσο και τις αρνητικές πλευρές της ζωής του. Και επειδή καθώς μεγαλώνουν οι έφηβοι, όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής τους ζωής διαδραματίζεται εκτός σπιτιού, η επαγρύπνηση της οικογένειας είναι κρίσιμης σημασίας. Τι εννοώ με αυτό; Εννοώ ότι οφείλουμε να γνωρίζουμε τους φίλους των παιδιών μας και τις οικογένειές τους. Οφείλουμε να γνωρίζουμε τι συνιστά τον κόσμο του παιδιού μας. Οφείλουμε να γνωρίζουμε σε τι είδους δραστηριότητες εμπλέκονται οι έφηβοι με τις παρέες τους. Οφείλουμε να θέτουμε όρια και κανόνες ως προς τι είναι αποδεκτό και τι όχι στις συμπεριφορές και εκδηλώσεις του εφήβου. Οφείλουμε επίσης να είμαστε σε επαγρύπνηση ως προς οποιαδήποτε αλλαγή στην συμπεριφορά και τη διάθεση του εφήβου. Οι έφηβοι μπορεί να εμφανίζουν μεταπτώσεις στη διάθεση, αλλά ως γονείς πρέπει να είμαστε αρκετά κοντά στο παιδί μας ώστε να αναγνωρίζουμε πότε  οι μεταπτώσεις στη διάθεση σηματοδοτούν κάποιο βαθύτερο πρόβλημα.

Επίσης, όλοι οι γονείς γνωρίζουν την προσωπικότητα του παιδιού τους και τις αντιδράσεις του σε καταστάσεις στρες. Άλλα παιδιά είναι από μικρή ηλικία πιο εσωστρεφή και αντιδρούν με απομόνωση και απόσυρση, ενώ άλλα παιδιά είναι πιο εξωστρεφή και αντιδρούν εκφράζοντας επιθετικότητα και αντιδραστικότητα προς το περιβάλλον τους. Αν οι γονείς βλέπουν ότι οι αντιδράσεις του παιδιού τους είναι υπερβολικές και διαισθάνονται ότι εκφράζουν κάτι παραπάνω από στοιχεία της προσωπικότητάς του, τότε πρέπει να ψάξουν και να βρουν τι ακριβώς συμβαίνει στον έφηβο. Είναι πιθανό αρχικά ο έφηβος να μην θέλει να μοιραστεί τα συναισθήματά του και τις δυσκολίες του. Οι γονείς όμως οφείλουν να επιμείνουν χωρίς πίεση, αλλά με ειλικρινή διάθεση για κατανόηση και υποστήριξη μέχρι να αρχίσει ο έφηβος να τους ανοίγεται.

Αν υπάρχουν ενδείξεις στη συμπεριφορά του εφήβου που σας ανησυχούν, όπως υπερβολική απόσυρση και απομόνωση ή μεγάλου βαθμού αντιδραστικότητα και άρνηση συνεργασίας, τότε θα πρέπει να απευθυνθείτε άμεσα στον ειδικό. Με την βοήθειά του ο έφηβος θα δουλέψει προς την κατεύθυνση του να μπορέσει να ορίσει τις δυσκολίες του, ώστε να τις διαχειριστεί με τρόπο που να προάγει την ωρίμανση.

Οι λέξεις κλειδιά λοιπόν για τον ρόλο της οικογένειας στην πρόληψη και αντιμετώπιση του εκφοβισμού είναι η εγγύτητα, η αποδοχή άνευ όρων, η ανοιχτή επικοινωνία και η επαγρύπνηση της οικογένειας για τυχόν ανησυχητικές ενδείξεις στη συμπεριφορά του εφήβου. Οι ενδείξεις αυτές μπορεί να αφορούν ένα ευρύ φάσμα εκδηλώσεων στην καθημερινότητα του εφήβου από τις δυσκολίες στον ύπνο και το φαγητό μέχρι την αδιαφορία για το σχολείο, τις υποχρεώσεις, και τη διασκέδαση, δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές, ή ακόμα και αντικοινωνικές ή παραβατικές εκδηλώσεις.

Το βέβαιο είναι ότι ακόμα και μέσα από την σιωπή τους οι έφηβοι μας λένε πράγματα για τη ζωή τους. Οι ενδείξεις υπάρχουν, το ζήτημα είναι αυτές οι ενδείξεις να γίνουν αντιληπτές και να αποκρυπτογραφηθούν ως συναισθηματικά μηνύματα έγκαιρα από την οικογένεια ώστε να  αποτραπούν οι καταστροφικές συνέπειες του εκφοβισμού.