Εφηβεία και ομοφυλοφιλία

efiveia-kai-omofilofiliaΓράφει στο efiveia.gr ο Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος Γιάννης Τσουματίδης

Με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών ανασύρω από την κλινική εμπειρία διάφορες περιπτώσεις εφήβων και γονιών κατά τις οποίες το θέμα της ομοφυλίας ήταν πάντα ένα θέμα μεγάλης φόρτισης και αντιδικίας.

Και πιο συγκεκριμένα δεν ήταν λίγες οι φορές που γονείς παιδιών και εφήβων με μεγάλο πανικό με επισκέφθηκαν ρωτώντας με αν το παιδί τους είναι ομοφυλόφιλο. Άλλες τόσες οι φορές όπου έφηβοι κυρίως της πρώιμης (11-14) αλλά και μέσης εφηβείας (14-17) όταν και ξεκινούν τις πρώτες σεξουαλικές φαντασιώσεις, επιθυμίες ή και πράξεις έρχονται αντιμέτωποι με το ερώτημα αν είναι ομοφυλόφιλοι ή όχι επειδή νιώθουν έλξη για ένα ομόφυλο άτομο.

Η εφηβεία είναι η εποχή της ζωής του ανθρώπου όπου εκτός της ωρίμανσης σε ψυχικό, συναισθηματικό, γνωστικό και βιολογικό επίπεδο ξυπνάει έντονα και συνειδητά η σεξουαλικότητα η οποία απευθύνεται κυρίως προς ένα άτομο του άλλου φύλου. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η σεξουαλική ορμή κατευθύνεται προς ένα άτομο του ίδιου φύλου;

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εφηβεία είναι η εποχή που ο νέος πειραματίζεται με τη σεξουαλικότητά του αναζητάει τρόπους ευχαρίστησης και εκτόνωσης αυτής της ορμής και πολλές φορές αντικείμενο ηδονής και φαντασίωσης μπορεί να είναι και ένα άτομο του ίδιου φύλου χωρίς να είναι απαραίτητο ότι είναι ομοφυλόφιλος. Πολλοί είναι η έφηβοι που πειραματίζονται σε αυτή την ηλικία ανιχνεύοντας τη σεξουαλικότητά τους ώστε ως ενήλικοι να έχουν μια κατασταλαγμένη σεξουαλική ταυτότητα ως ετεροφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλοι ή και αμφιφυλόφιλοι Αυτή και μόνο όμως η φαντασιωσική αναζήτηση του εφήβου είναι ικανή να του επιφέρει μεγάλο πλήγμα, αναστάτωση, ντροπή και ενοχές καθώς θα αρχίσει να αναρωτιέται αν είναι ομοφυλόφιλος ή όχι. Θα αρχίσει να αναρωτιέται τι λάθος έκανε, το πώς θα είναι σίγουρος για τη σεξουαλικότητά του, το πως θα το επικοινωνήσει με το περιβάλλον του και κυρίως με την οικογένειά του και αν και με ποιο τρόπο θα τον αποδεχτεί το περιβάλλον του με αυτή την ταυτότητα.

Και όντως είναι η μεγαλύτερη πηγή αναστάτωσης των εφήβων που έρχονται αντιμέτωποι με μια τέτοια πραγματικότητα όχι το πώς θα αποδεχτούν οι ίδιοι αυτή τη νέα πραγματικότητα και πως θα κάνουν λειτουργική τη ζωή τους με βάση αυτή την επιθυμία τους αλλά το πώς θα το εκμυστηρευτούν στους γονείς τους και το περιβάλλον τους, ποια θα είναι η αντίδρασή τους και αν θα βιώσουν μια επώδυνη απόρριψη ή όχι.

Προφανώς και δε περιμένει κάποιος η αντίδραση ενός γονιού που μαθαίνει κάτι τέτοιο να είναι να ¨πετάξει¨ από τη χαρά του αλλά από τον τρόπο που θα διαχειριστεί μια τέτοια πληροφορία ο γονιός εξαρτάται και σε ένα μεγάλο κομμάτι και η ασφάλεια που θα νιώσει ο έφηβος με αυτή του την επιλογή ότι δεν τον απορρίπτουν και του γυρνούν την πλάτη με κάτι που στο κάτω κάτω δεν είναι στον έλεγχό του. Από αυτή την αποδοχή λοιπόν, την οποία επιζητούν όλοι οι έφηβοι που έχουν έναν τέτοιο σεξουαλικό προσανατολισμό θα εξαρτηθεί και ο τρόπος που ο ίδιος ο έφηβος θα δει τον εαυτό του από εκεί και στο εξής. Ως έναν παραβάτη του κοινωνικού νόμου και του καθωσπρεπισμού που κρύβεται αιωνίως για να μην υποστεί την τιμωρία της διαπόμπευσης και του αφορισμού που ξεκινάει πρώτα μέσα από την ίδια του την οικογένεια και άρα έναν άνθρωπο με χαμηλή αυτοεκτίμηση και συσσωρευμένο θυμό που μπορεί να εκτονωθεί με τον οποιονδήποτε τρόπο; Ή ως ένα άτομο όπως όλοι οι άλλοι με απλά μια διαφορετική σεξουαλική προτίμηση που έχει ανάγκη κατανόησης, αγάπης, αγκαλιάς και αποδοχής άνευ όρων. Ένα άτομο που δε χρειάζεται να στιγματιστεί για τίποτα απεναντίας πρέπει να νιώθει σημαντικός και ολοκληρωμένος ανεξαρτήτως μιας τόσο προσωπικής επιλογής του. Και είναι οι γονείς που σε αυτές τις περιπτώσεις καλούνται να δείξουν πολύ περισσότερο αγάπη για τα παιδιά με αυτή την σεξουαλική επιθυμία και να καταπολεμήσουν και να καταπιούν τη δική τους απογοήτευση και ενοχές ώστε να νιώσουν τα παιδιά τους πιο δυνατά ώστε να μπορούν παίρνοντας αγάπη να αγαπήσουν τον εαυτό τους όπως ακριβώς είναι και να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες χωρίς κόμπλεξ και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Πριν λοιπόν το δούνε οι γονείς σαν αρρώστια τρέχοντας στους γιατρούς και στους ψυχολόγους για να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν αυτή την πραγματικότητα καλό θα είναι να έχουν δημιουργήσει από την παιδική ηλικία ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αποδοχής με τα παιδιά τους ώστε όταν και αν το παιδί τους έρθει αντιμέτωπο με μια τέτοια πραγματικότητα να μπορεί να το συζητήσει πρώτα με τους γονείς τους και μετά αν νιώθει ότι αυτή η πραγματικότητα του δημιουργεί αμφιβολίες και συναισθηματικές εντάσεις καλό θα ήταν να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό ώστε να τον βοηθήσει να αποδεχτεί και να διαχειριστεί πιο λειτουργικά αυτό το νέο δεδομένο της ζωής του.