Απαισιοδοξία

Απαισιοδοξία: χαρακτηριστικό της εφηβείας ή της σύγχρονης εποχής;

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc Εγκληματολογίας Κωνσταντίνα Καστελιώτη, συνεργάτης του Κέντρου Λόγου, Γραφής & Συμπεριφοράς ΛΟΓΟ-ΤΕΧΝΙΑ

Συχνά οι γονείς παρατηρούν πως το παιδί τους, το οποίο βρίσκεται στην προεφηβεία ή στην εφηβεία, εκφράζεται με απαισιοδοξία. Ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι θετικό, εκείνο μπορεί να εστιάσει στην αρνητική πλευρά ή να προβλέψει μια δυσοίωνη εξέλιξη.

Δε θα μπορούσαμε, βέβαια, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι οι έφηβοι αποτελούν ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας και είναι αποδέκτες όλων των μεταβολών που συντελούνται τα τελευταία χρόνια. Εισπράττουν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και τον αρνητισμό που επικρατούν και, όπως θα ήταν ίσως αναμενόμενο, αντανακλούν το κλίμα αυτό στη συμπεριφορά τους. Εξάλλου, πόσες φορές δεν ακούνε τους ενήλικες να τους μιλάνε με αγωνία για το μέλλον τους το οποίο περιγράφουν ως ζοφερό με ελάχιστες προοπτικές…

Υπάρχουν δυστυχώς και αρκετές περιπτώσεις όπου οι έφηβοι όχι μόνο επηρεάζονται από το γενικότερο κλίμα αλλά βιώνουν και εντός της οικογένειας τους σημαντικές αλλαγές. Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης μπορεί να συνδέεται με άγχος και εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας. Το αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας που εμπνέει η οικογένεια στον έφηβο ίσως να κλονιστεί και εκείνος να αρχίσει να βλέπει τα πράγματα με λιγότερη αισιοδοξία.

Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικές οι μεταπτώσεις του συναισθήματος στην εφηβεία με αποτέλεσμα να κυριαρχεί το δίπολο «άσπρο- μαύρο». Όταν λοιπόν επικρατεί η αρνητική διάθεση, ο έφηβος μπορεί να είναι επικριτικός σε θέματα ως προς τα οποία είναι πιο διαλλακτικός όταν νιώθει καλύτερα. Επιπλέον, η τάση για αμφισβήτηση ίσως να οδηγεί τον έφηβο να αντιτίθεται σε μια ιδέα ή  αντίληψη που θεωρείται καλή, δίνοντας στους άλλους την αίσθηση πως δε μπορεί να δει τη θετική πλευρά και να σκεφτεί αισιόδοξα. Στην πραγματικότητα όμως, εκείνος σκοπεύει να αμφισβητήσει όχι τόσο την ιδέα αλλά περισσότερο την εξουσία του προσώπου ή του συνόλου των ανθρώπων που υποστηρίζουν την ιδέα αυτή.

Ωστόσο, όταν ο έφηβος διατηρεί μια απαισιόδοξη στάση στην καθημερινότητα του, οι γονείς συχνά προβληματίζονται σχετικά με το αν πρέπει να ανησυχούν. Αν πρόκειται, δηλαδή, για μια συναισθηματική διακύμανση της εφηβείας ή αν η στάση αυτή μπορεί να συνδέεται με κατάθλιψη.

Καταρχήν, χρειάζεται να διαπιστωθεί αν υπάρχουν και άλλες ενδείξεις πέρα από την απαισιοδοξία όπως: αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου ή και του φαγητού, αίσθημα απελπισίας και απέχθειας για τον εαυτό, αίσθημα κόπωσης για όλες τις δραστηριότητες, ευερέθιστη συμπεριφορά και αλλαγή στη σχολική επίδοση. Θα ήταν βοηθητικό οι γονείς να αναζητήσουν τη βοήθεια ειδικού αν παρατηρούν πως τα παραπάνω συμπτώματα εμφανίζονται συχνά και παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πώς θα μπορούσαν όμως οι γονείς να υποστηρίξουν έναν έφηβο ο οποίος εξακολουθεί να βλέπει «το ποτήρι μισοάδειο», ακόμα κι αν δεν εμφανίζει ανησυχητικά συμπτώματα; Όταν οι γονείς δείχνουν ενδιαφέρον και σεβασμό για την άποψη του, ο έφηβος ενθαρρύνεται να μιλήσει περισσότερο γι αυτήν και ενδεχομένως να σκεφτεί διαφορετικά. Όταν, αντίθετα, οι γονείς γενικεύουν (π.χ. λέγοντας του πως «τα βλέπει όλα μαύρα»), τότε είναι πιθανό να νιώσει ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Επίσης, εφόσον ο έφηβος καλείται να επιχειρηματολογήσει υπέρ της γνώμης του, έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί περισσότερο, διαπιστώνοντας, ίσως, κι άλλες όψεις της κατάστασης.

Τέλος, είναι σημαντικό να νιώθουν οι ίδιοι οι γονείς αισιοδοξία για τη ζωή τους αλλά και για την εξέλιξη του παιδιού τους. Μέσα από τα λόγια και κυρίως μέσα από τις πράξεις τους μπορούν να του μεταδώσουν το αίσθημα αυτό βοηθώντας τον έφηβο να γίνει πιο δυνατός και βέβαια πιο αισιόδοξος.