efiveia.gr


Image default
Οικογένεια

Διαγενεακό τραύμα και οικογενειακό σύστημα

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος – Κοινωνικός Επιστήμονας Αγγελική Χατζημανώλη

Η οικογένεια αποτελεί μια κοινωνική μονάδα που συχνά καλείται να ανταποκριθεί σε διάφορους αναπτυξιακούς στόχους. Οι στόχοι αυτοί διαφοροποιούνται ανάλογα με τις πολιτισμικές συνθήκες κάθε οικογένειας, ωστόσο έχουν κοινές βάσεις και συχνά παρόμοιες επιδιώξεις. Τα μέλη της οικογένειας λειτουργούν με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά επίπεδα αλληλεπίδρασης. Σύμφωνα με τον Μπόουεν, οι σχέσεις μεταξύ δύο ατόμων εμφανίζουν τάση αστάθειας· σε περιόδους έντασης ή σύγκρουσης, τα άτομα αυτά συχνά εμπλέκουν ένα τρίτο πρόσωπο, δημιουργώντας ένα «τρίγωνο», όπου δύο μέλη συμμαχούν απέναντι στο τρίτο. Έτσι, το συναισθηματικό τρίγωνο θεωρείται η βασική μονάδα των οικογενειακών συναισθηματικών σχέσεων.

Οι κρίσιμες μεταβάσεις, οι σημαντικές αλλαγές και τα τραυματικά βιώματα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τα μέλη τους. Ιδιαίτερα οι απώλειες φαίνεται να έχουν ισχυρότερο αντίκτυπο από οποιαδήποτε άλλη αλλαγή, καθώς πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να προσαρμοστούν μετά από αυτές, αφήνοντας έντονο συναισθηματικό αποτύπωμα. Το ιστορικό τραύμα επηρεάζει την ανθρώπινη υγεία ακόμη και μέσω επιγενετικών μηχανισμών. Οι εμπειρίες τραύματος ή παρατεταμένου άγχους των γονέων είναι δυνατόν να επηρεάσουν τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική υγεία των παιδιών τους, μέσα από διαγενεακές και επιγενετικές διεργασίες, πριν αλλά και μετά τη γέννηση.

Το γονεϊκό τραύμα, όπως και οι τραυματικές εμπειρίες προηγούμενων γενεών —ιδιαίτερα σε οικογένειες επιζώντων γενοκτονιών, πολέμων, τρομοκρατικών επιθέσεων ή φυσικών καταστροφών— έχει συσχετιστεί με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD). Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί βιολογικές μεταβολές σχετιζόμενες με την PTSD και άλλες αγχώδεις διαταραχές σε απογόνους ανθρώπων που βίωσαν τραυματικά γεγονότα, ακόμη και όταν οι ίδιοι οι απόγονοι δεν έχουν εκτεθεί άμεσα σε τραύμα ούτε παρουσιάζουν εμφανή ψυχοπαθολογία. Οι δύσκολες εμπειρίες μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, μέσω της ανατροφής όπως ένας γονιός που μπορεί να μεγάλωσε με βία και να έχει γίνει υπερελεγκτικός ή αποστασιοποιημένος. Επίσης, μεταφέρονται μέσω της επικοινωνίας ή της μη ύπαρξης της.

Μια διαφορετική προσέγγιση για την κατανόηση της διαγενεακής μετάδοσης του τραύματος προέρχεται από τη συστημική θεωρία και συνδέεται με την έννοια του Freud για τον «καταναγκασμό της επανάληψης», δηλαδή την ασυνείδητη τάση επαναβίωσης ανεπίλυτων τραυματικών εμπειριών. Σε οικογενειακό επίπεδο, αυτό εκδηλώνεται όταν οι γονείς προσπαθούν να αποκρύψουν ή να διαχειριστούν τον ψυχικό τους πόνο, ενώ τα παιδιά αντιλαμβάνονται το βαρύ συναισθηματικό κλίμα και εκδηλώνουν αντίστοιχη ένταση ή δυσφορία χωρίς εμφανή αιτία. Η διαδικασία αυτή συνδέεται με θεωρίες που υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος έχει έμφυτη ικανότητα να εσωτερικεύει και να μιμείται τις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων.

Οι θεραπευτές συναντούν συχνά περιπτώσεις διαγενεακού τραύματος στο θεραπευτικό τους έργο και επιχειρούν, όταν είναι δυνατόν, να ενισχύσουν την επίγνωση των ενηλίκων σχετικά με το τραύμα, παραπέμποντας παράλληλα τις οικογένειες σε υποστηρικτικές υπηρεσίες. Παρ’ όλα αυτά, συχνά αισθάνονται περιορισμένοι όσον αφορά την άμεση παρέμβαση σε τέτοιες εμπειρίες και χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα.

Η διαγενεακή μετάδοση του τραύματος επηρεάζει ουσιαστικά τόσο τις οικογενειακές σχέσεις όσο και τη συνοχή της κοινότητας. Το τραύμα αυτό, που συχνά πηγάζει από πολέμους, εκτοπισμούς, κοινωνικές αδικίες ή συστημική καταπίεση, επηρεάζει την ψυχική, συναισθηματική και κοινωνική ευημερία των ανθρώπων. Παρότι η έρευνα γύρω από το ατομικό τραύμα έχει προχωρήσει σημαντικά, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ολοκληρωμένης κατανόησης για τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα εκδηλώνεται μέσα στα οικογενειακά συστήματα και επηρεάζει συνολικά την κοινότητα.

Το διαγενεακό τραύμα αποτελεί ένα πολυδιάστατο και μακροχρόνιο φαινόμενο που δεν περιορίζεται μόνο σε όσους βιώνουν άμεσα τραυματικά γεγονότα, αλλά επεκτείνεται και στους απογόνους τους. Η μετάδοσή του πραγματοποιείται μέσω πολύπλοκων ψυχολογικών, συναισθηματικών και συμπεριφορικών μηχανισμών, οι οποίοι επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της οικογένειας και την κοινωνική συνοχή. Είναι ιδιαίτερα συχνό σε κοινότητες που έχουν υποστεί ιστορικές αδικίες, όπως αποικιοκρατία, πόλεμο, δουλεία, αναγκαστικό εκτοπισμό ή θεσμική καταπίεση. Μέσα σε αυτές τις κοινότητες δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος τραύματος που επηρεάζει διαδοχικές γενιές και εκφράζεται μέσα από ψυχολογική δυσφορία, δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις και αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.

Οι οικογένειες που βιώνουν διαγενεακό τραύμα συχνά αναπτύσσουν ιδιαίτερους τρόπους διαχείρισης των δυσκολιών τους. Η κατανόηση αυτών των στρατηγικών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι κοινότητες μπορούν να επουλωθούν και να αναπτυχθούν παρά τις μακροχρόνιες συνέπειες του τραύματος.

Στις οικογένειες που αναζητούν θεραπευτική βοήθεια για προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών τους έπειτα από τραυματικές εμπειρίες, προτείνεται οι γονείς να επικεντρώνονται περισσότερο στις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού και λιγότερο στις αδυναμίες του ή στις δικές τους ελλείψεις ως γονείς. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι κάθε παιδί έχει διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και επίπεδα ενεργητικότητας. Κάποια παιδιά προσαρμόζονται ευκολότερα, ενώ άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη υποστήριξη από την οικογένεια. Παράλληλα, τα παιδιά διαφέρουν ως προς την ένταση των αντιδράσεών τους και το επίπεδο ανοχής στα ερεθίσματα. Ορισμένα εκδηλώνουν δυσφορία ή επιθετικότητα, ενώ άλλα αντιδρούν με φόβο ή σύγχυση.

Ο θεραπευτής επικεντρώνεται στη λειτουργία του οικογενειακού συστήματος, συνδέεται με αυτό και αξιοποιεί τη θεραπευτική σχέση για να συμβάλει στον μετασχηματισμό του. Συχνά, τα προβλήματα που οδηγούν τα άτομα και τις οικογένειες στη θεραπευτική διαδικασία, τους κάνουν να διαμορφώνουν αρνητικές αντιλήψεις για τον εαυτό τους, θεωρώντας τον ανεπαρκή ή ελαττωματικό. Αυτή η αίσθηση δυσκολεύει σημαντικά την πρόσβαση στις δυνατότητες και τις δεξιότητές τους. Η  <<επούλωση>> ξεκινάει με επίγνωση και η κατανόηση ότι κάποια μοτίβα δεν είναι δικά μας αλλά κληρονομημένα. Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, όμως, οι ικανότητες αυτές μπορούν να αναδειχθούν ξανά, βοηθώντας τα άτομα και τις οικογένειες να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους και να μειώσουν την επιρροή των προβλημάτων που τους οδήγησαν στη θεραπεία.

Διαβάστε επίσης:

Χριστούγεννα μαζί με τα παιδιά

Γιάννης Ξηντάρας

Υπερπροστατευτικοί γονείς

Γιάννης Ξηντάρας

Υπερπροστατευτικοί γονείς

Γιάννης Ξηντάρας

Το Διαζύγιο ως Πράξη Ευθύνης και Φροντίδας προς τα Παιδιά

Γιάννης Ξηντάρας

Το «χαρτζιλίκι» ως μέσον κοινωνικοποίησης

Γιάννης Ξηντάρας

Τι χρειάζεται να ξέρουμε για τις συζητήσεις μας με τους εφήβους;

Νικολέττα Γεωργίου

Αφήστε σχόλιο

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com