Τι εκφράζουν τα ξεσπάσματα των εφήβων;

Γράφει στο efiveia.gr η Δρ. Αναπτυξιακής Ψυχολογίας – Ψυχοθεραπεύτρια Ευφροσύνη Αλεβίζου

Σε πρόσφατο άρθρο μου σας παρουσίασα τις μεταπτώσεις στη διάθεση και τα συναισθηματικά ξεσπάσματα των εφήβων μέσα από το πλαίσιο της φυσιολογικότητας. Σας επισήμανα τους λόγους για τους οποίους τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενες, ιδιαίτερα κατά την πρώτη φάση της εφηβείας, και, με στόχο την κατανόησή τους,  επιχείρησα μία σύνδεσή τους με βιολογικούς, συναισθηματικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή τους.

Παρόλο όμως που αυτού του είδους οι ψυχοσυναισθηματικές αντιδράσεις είναι ως ένα βαθμό φυσιολογικές και αναμενόμενες, ως γονείς θα πρέπει να είμαστε πάντοτε “σε επιφυλακή” ώστε  να διαχωρίζουμε τη φυσιολογική αντίδραση από την αντίδραση που μπορεί να υποκρύπτει πρόβλημα. Λέγοντας “επιφυλακή”, εννοώ το να είμαστε σε μία κατάσταση ενημερότητας για την ζωή και τον ιδιαίτερο κόσμο του παιδιού μας. Με άλλα λόγια, αν είμαστε αρκετά κοντά στο παιδί μας, αν είμαστε συνδεδεμένοι συναισθηματικά, τότε θα είμαστε και σε θέση να ερμηνεύσουμε τις μεταπτώσεις στη διάθεση και τα ξεσπάσματά του.

Συχνά τα παιδιά και οι έφηβοι εκφράζουν τα συναισθήματά τους μέσα από τις συμπεριφορές τους και τις αντιδράσεις τους. Ο ρόλος των ενηλίκων είναι να αποκρυπτογραφήσουν το μήνυμα που προσπαθεί να στείλει το παιδί ή ο έφηβος μέσα από τη συμπεριφορά και τη συναισθηματική του αντίδραση. Παρατηρούμε λοιπόν τις αντιδράσεις του εφήβου και αν δούμε ότι υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην εμφάνισή τους τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι θέλει να μου πει το παιδί μου; Γιατί εμφανίζει αυτού του είδους την αντίδραση; Τι μπορεί να το απασχολεί, να το φέρνει σε δύσκολη θέση σε σχέση με τον εαυτό του και τη ζωή του;

Το επόμενο βήμα μας θα πρέπει να είναι η προσπάθεια για διερεύνηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην εμφάνιση επαναλαμβανόμενων ή και ανεξέλεγκτων ξεσπασμάτων από πλευράς του εφήβου. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι η διερεύνηση είναι εφικτή μόνο αν είμαστε συνδεδεμένοι με το παιδί μας. Μόνο αν ο έφηβος αισθάνεται ότι το οικογενειακό κλίμα είναι τέτοιο που επιτρέπει την ανοιχτή και άνευ όρων έκφραση συναισθημάτων, θα μας μιλήσει για όσα τον απασχολούν. Και φυσικά η προϋπόθεση για όλα αυτά είναι το να γνωρίζει ο έφηβος από την μέχρι τώρα αλληλεπίδραση μέσα στην οικογένεια ότι είναι αποδεκτός άνευ όρων. Αν δεν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις, τότε θα πρέπει να αναζητήσετε – μέσω της βοήθειας από τον ειδικό – τρόπους για να αντικαταστήσετε τα δυσλειτουργικά πρότυπα επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια, ώστε να μπορέσετε να προσεγγίσετε το παιδί σας.  Ο έφηβος δεν θα ανοιχτεί αν έχει αμφιβολίες για το αν είμαστε σε θέση να τον ακούσουμε χωρίς να τον κατακρίνουμε, να τον απορρίψουμε ή να προσπαθήσουμε να του επιβάλλουμε την άποψή μας.

Αφού εξασφαλίσουμε λοιπόν τις κατάλληλες συνθήκες για  συζήτηση και μοίρασμα, θα πρέπει να βοηθήσουμε το παιδί μας να εντοπίσει τις πηγές της δυσφορίας του. Οι πιο συνηθισμένες πηγές άγχους για τους εφήβους είναι οι σχέσεις με τους συνομηλίκους και το σχολείο.  Θα πρέπει λοιπόν να δούμε μαζί με τον έφηβο αν υπάρχει κάποιος παράγοντας στην κοινωνική του ζωή που αυξάνει το άγχος του, ή που θέτει σε αμφισβήτηση το αίσθημα της αξίας για τον εαυτό του. Πρέπει να ανακαλύψουμε ποιοι παράγοντες αγχώνουν τον έφηβο. Τι συμβαίνει στις φιλίες του, στην παρέα του, στα πρώτα ρομαντικά του ανοίγματα; Έχει βρει τρόπους να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του στον τομέα των διαπροσωπικών του σχέσεων ή μήπως χρειάζεται βοήθεια; Το πιθανότερο είναι, ότι αφού βοηθηθεί ο έφηβος στην ρεαλιστική εκτίμηση των δυσκολιών του και των παραγόντων στρες και δυσφορίας και αφού στραφεί προς λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης των δυσκολιών του, θα μειωθούν τα ανεξήγητα συναισθηματικά του ξεσπάσματα από τα οποία δεν ταλαιπωρείται μόνο το περιβάλλον του αλλά και ο ίδιος.

Άλλος τομέας που χρειάζεται μια προσεκτική παρατήρηση είναι αυτός της ακαδημαϊκής ζωής του εφήβου. Θα πρέπει να αποκτήσουμε μια εικόνα του τι είδους δυσκολίες και πιέσεις μπορεί να αντιμετωπίζει ο έφηβος μέσω των απαιτήσεων του σχολείου και του αν υπάρχουν καταστάσεις και δυσκολίες στις οποίες αισθάνεται ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί. Εδώ είναι χρήσιμο να διερευνήσουμε και τις δικές μας προσδοκίες για να δούμε μήπως άθελά μας συμβάλλουμε στην συναισθηματική πίεση που νιώθει και εκφράζει το παιδί μας. Το πιθανότερο είναι ότι αν ο έφηβος προβεί μαζί με μας σε μια ρεαλιστική εκτίμηση των δυσκολιών και των δυνατοτήτων του και αν ως οικογένεια προσαρμόσουμε τις προσδοκίες μας στις δυνατότητες και τις επιθυμίες του ίδιου του εφήβου, τότε το σχολείο και οι απαιτήσεις του θα γίνει ένας διαχειρίσιμος παράγοντας για τον έφηβο και όχι παράγοντας συσσώρευσης έντασης.

Τι γίνεται όμως όταν εμείς αποτελούμε μέρος του προβλήματος; Όταν δηλαδή οι αντιδράσεις του εφήβου αντανακλούν το γενικότερο πρότυπο επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια; Όπως βέβαια ισχύει για το σύνολο των αντιδράσεων και των συμπεριφορών των παιδιών, οι δικές μας αντιδράσεις αποτελούν το πρότυπο πάνω στο οποίο διαμορφώνουν και τα παιδιά και οι έφηβοι τις δικές τους αντιδράσεις. Έτσι χρειάζεται να ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στις δικές μας αντιδράσεις και στα επικοινωνιακά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την οικογένειά μας. Αν οι γονείς έχουν συχνά και ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα εκνευρισμού και θυμού, το πιθανότερο είναι πως τα παιδιά θα μάθουν επίσης να λειτουργούν έτσι αφού η οικογενειακή τους ζωή τα διδάσκει ότι αυτός είναι ένας φυσιολογικός τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας με τους άλλους.

Το πρώτο λοιπόν που πρέπει να αλλάξουμε είναι οι δικές μας αντιδράσεις. Αν βάλουμε ως στόχο για τον εαυτό μας την προσέγγιση μέσω θετικών συμπεριφορών, τότε είναι σίγουρο πως θα μεταδώσουμε αυτό το μήνυμα για αλλαγή και στο παιδί μας. Το να απαιτούμε αλλαγή από τον έφηβο όταν εμείς οι ίδιοι μένουμε προσκολλημένοι σε δυσλειτουργικά πρότυπα συμπεριφοράς και επικοινωνίας, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Και επειδή όλοι οι άνθρωποι προτιμούν να αλληλεπιδρούν θετικά μέσα σε κλίμα αμοιβαίας κατανόησης, εμπιστοσύνης και φροντίδας, είναι σίγουρο ότι ο έφηβος θα ανταποκριθεί στις δικές μας αλλαγές.

Τέλος, αν υπάρχει κάποιος σοβαρός παράγοντας που δυσκολεύει την οικογενειακή ζωή, είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει πρώτα να επικεντρώσουμε στη διαχείρισή του γιατί διαφορετικά δεν έχει κανένα νόημα οποιαδήποτε απόπειρα για τροποποίηση της συμπεριφοράς του εφήβου. Για παράδειγμα, αν η σχέση μεταξύ των γονέων είναι συγκρουσιακή, εχθρική ή απόμακρη, αν δεν υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των γονέων για ζητήματα που αφορούν τα παιδιά, αν δεν υπάρχει βασική συμφωνία σε ζητήματα αξιών, τότε οι αντιδράσεις του εφήβου αντικατοπτρίζουν αυτού του είδους τις καταστάσεις. Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει όταν ένα παιδί ή ένας έφηβος παραπέμπεται σε ψυχολόγο για αντιμετώπιση των δυσκολιών του, διαπιστώνουμε ότι πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες του ζευγαριού ώστε να αλλάξουν οι ισορροπίες του οικογενειακού συστήματος και μετά να δούμε πώς μπορεί να βοηθηθεί το ίδιο το παιδί. Είναι βέβαια πιθανό αν αλλάξει η επικοινωνία μεταξύ των γονέων, το παιδί να μην χρειάζεται να καταφεύγει σε δυσλειτουργικούς τρόπους έκφρασης όπως είναι τα συναισθηματικά ξεσπάσματα.

Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που τα ξεσπάσματα του εφήβου έχουν χειριστικό χαρακτήρα. Στην περίπτωση δηλαδή που το παιδί έχει μάθει μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του ότι μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του διεκδικώντας με χειριστικό τρόπο, θα πρέπει τώρα να μάθει να διεκδικεί και να ικανοποιεί τις ανάγκες του με τρόπους θετικούς που να προάγουν την ωριμότητα και την ψυχική ευημερία τόσο του ίδιου του εφήβου, όσο και όλης της οικογένειας. Είναι αυτονόητο ότι για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος της δυσλειτουργικής διεκδίκησης θα πρέπει να αλλάξει σε συνολικότερο επίπεδο η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια ώστε να μην υφίστανται πια οι παράγοντες που επιτρέπουν το χειρισμό.

Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις τα ξεσπάσματα του εφήβου είναι δυνατό να υποκρύπτουν κάποια σοβαρή συναισθηματική δυσκολία όπως κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή. Αν υποπτεύεστε λοιπόν ότι το παιδί σας μπορεί να εκφράζει τέτοιου είδους δυσκολίες μέσα από τα ξεσπάσματά του θα πρέπει να εμπιστευτείτε τη διαίσθησή σας και να αναζητήσετε άμεσα τη βοήθεια του ειδικού ώστε να οριστεί το πρόβλημα και να λάβει έγκαιρα ο έφηβος την βοήθεια και την υποστήριξη που έχει ανάγκη.