Επερχόμενη ήβη ή εφηβεία στο αγόρι

eperxomeni-ivi-i-efiveia-sto-agoriΓράφει στο efiveia.gr η Ενδοκρινολόγος Διαβητολόγος Βασιλική Τριάντη

Η σημαντικότερη περίοδος στη ανθρώπινη ζωή είναι η ήβη ή εφηβεία στην οποία κορυφώνεται η σκελετική αύξηση με το άτομο να αποκτά το τελικό του ύψος ενώ συγχρόνως ολοκληρώνεται η ανάπτυξη των οργάνων. Στην περίοδο αυτή αρχίζουν να λειτουργούν οι γονάδες ή αλλιώς γενετικοί αδένες μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου 10 χρόνια, σχεδόν πλήρους αδράνειας έπειτα από την γέννηση του παιδιού. Το έφηβο αγόρι αποκτά την αναπαραγωγική ικανότητα έχοντας σχεδόν ώριμο το γεννητικό σύστημα τον φαινότυπο άρρενος με όλα τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου και την επιθυμία αναπαραγωγής.

Οι αλλαγές αυτές οφείλονται στις ορμόνες που παράγουν οι γονάδες, δηλαδή την τεστοστερόνη στο αγόρι. Προηγείται η αδρεναρχή, με την έκκριση επινεφριδιακών ορμονών, των επινεφριδιακών ανδρογόνων λίγα χρόνια πριν, μεταξύ 6ου και 7ου χρόνου ζωής του αγοριού η οποία συνεχίζεται μέχρι και την ήβη, με όχι πλήρως γνωστούς μηχανισμούς. Μετά ξεκινάει η αύξηση των γοναδοτροφινών από την υπόφυση, ένας αδένας στον εγκέφαλο που αποτελεί το κεντρικό «ρελιέ» όλων των ορμονών, οι οποίες ελέγχουν τους όρχεις στο αγόρι και είναι εμφανής η δράση τους στα 10 χρόνια. Οι FSH και LH διεγείρουν την παραγωγή εκατομμυρίων σπερματοζωαρίων και την έκκριση  τεστοστερόνης.

Το αγόρι διαπιστώνει σημαντική αύξηση του όγκου και του μεγέθους των όρχεων και άλλες σημαντικές αλλαγές που αφορούν τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου όπως τριχοφυΐα στην περιοχή  γεννητικών οργάνων , τρίχωση σε πρόσωπο, μασχάλες, στήθος, κοιλιά, χέρια, πόδια, αλλαγή στην χροιά της φωνής η οποία γίνεται πιο βραχνή και «βαριά», η παραγωγή ιδρώτα με χαρακτηριστική οσμή και σωματότυπο άρρενος με την χαρακτηριστική διεύρυνση ώμων. Τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά διαφοροποιούν την εμφάνιση του άντρα από την γυναίκα και έχουν σημασία για την φυσιολογική ψυχική ωρίμανση του αγοριού!

Η ολοκλήρωση των δευτερευόντων χαρακτηριστικών διαρκεί όσο και η ήβη (εφηβεία). Στο αγόρι εμφανίζεται συνήθως ανάμεσα στα 13 – 14 χρόνια. Η αύξηση του ύψους 50 εκατοστά κατά μέσο όρο, επιτυγχάνεται με την παράλληλη σκελετική ανάπτυξη και αποτελεί σημαντικό γνώρισμα της ήβης (εφηβείας). Η ανάπτυξη των άκρων προηγείται συνήθως του υπόλοιπου σκελετού και ο έφηβος φαίνεται να έχει δυσανάλογα μακρά άκρα ως προς το σώμα και στενή λεκάνη, με έντονη μυϊκή ανάπτυξη του θώρακα και μεγάλους ώμους. Προοδευτικά εμφανίζεται η τρίχωση, αρχικά γύρω από το πέος, έπειτα σε ολόκληρο το εφηβαίο, ένα χρόνο μετά στις μασχάλες και τέλος στο πρόσωπο γένι και μουστάκι. Πολύ αργότερα εμφανίζεται τρίχωση σε θώρακα και κοιλιά, πολλές φορές κατά την επόμενη δεκαετία ζωής ενός ώριμου άντρα.

Οι σμηγματογόνοι και ιδρωτοποιοί αδένες που αναπτύσσονται στην ήβη (εφηβεία) στο αγόρι αυξάνουν την ποσότητα του ιδρώτα ενώ λιπαίνουν το δέρμα και δημιουργεί συχνά εξανθήματα στο πρόσωπο και την πλάτη, δηλαδή ακμή, επίσης φυσικό «ενοχλητικό» γνώρισμα της εφηβείας. Μεγέθυνση του πέους το οποίο αποκτά πιο σκούρο χρώμα και αύξηση του όγκου των όρχεων. Κύριο γνώρισμα εφηβείας στο αγόρι είναι η παραγωγή σπερματοζωαρίων και η έξοδός τους με την εκσπερμάτωση. Οι όρχεις επιτελούν δύο σημαντικές λειτουργίες, την παραγωγή ανδρικών ορμονών κυρίως τεστοστερόνη και την παραγωγή σπερματοζωαρίων το οποίο συνεχίζεται μέχρι την τρίτη ηλικία του άντρα.

Η έξοδος του σπέρματος από το γεννητικό σύστημα προϋποθέτει δύο ξεχωριστούς μηχανισμούς, την στύση και την εκσπερμάτιση. Στύση ονομάζεται η αύξηση όγκου και σκληρότητας του. Το φυσιολογικό μέγεθος ενός πέους σε στύση είναι 12 έως 16 εκατοστά. Το αντανακλαστικό της στύσης βρίσκεται στο νωτιαίο μυελό και χρειάζεται ικανοποιητική παροχή αίματος δηλαδή υγιής αγγειακός μηχανισμός. Η εισροή αίματος στα σηραγγώδη σώματα του πέους και στο σπογγειώδες σώμα της ουρήθρας, προκαλεί παθητική σύσπαση δηλαδή κλείσιμο των φλεβών, που εμποδίζει τη διαφυγή αίματος και έτσι διατήρηση της στύσης.

Στον ύπνο ο άνδρας έχει μια ή δυο αυτόματες στύσεις, ενώ συχνά στην ήβη οι στύσεις αυτές συνοδεύονται από αυτόματη εκσπερμάτωση, που ονομάζεται ονείρωξη. Η εκσπερμάτωση είναι φαινόμενο αντανακλαστικό και πραγματοποιείται από επαναλαμβανόμενες μυϊκές συσπάσεις στα σηραγγώδη και σπογγειώδη σώματα και από ρυθμικές συσπάσεις της ουρήθρας. Επανειλημμένες εκσπερματίσεις επηρεάζουν αρνητικά τον όγκο του σπέρματος ή τον αριθμό των εξερχομένων σπερματοζωαρίων. Η κατάσταση όπου δεν υπάρχουν σπερματοζωάρια μέσα στο σπέρμα ονομάζεται αζωοσπερμία, ενώ ολιγοσπερμία είναι ο μειωμένος αριθμός λόγω είτε χαμηλών επιπέδων ανδρογόνων ή αποφρακτικών φαινομένων. Αξίζει να ειπωθεί ότι στις πρώτες του σεξουαλικές επαφές το αγόρι έχει συχνά πρόωρη εκσπερμάτιση αφού δεν ελέγχει ακόμη το αντανακλαστικό εκσπερμάτισης.