Σχολικός εκφοβισμός

sxolikos-ekfovismos1Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Αλεξάνδρα Κοπανάρη

Με τον όρο εκφοβισμός (bullying) αναφερόμαστε σε μια επιθετική, σκόπιμη πράξη, η οποία είναι επαναλαμβανόμενη και ασκείται από ένα ισχυρότερο άτομο ή ομάδα ισχυρότερων ατόμων σε ένα άτομο πιο αδύναμο. Μπορεί να είναι άμεση εκδήλωση βίας, σωματικής ή λεκτικής ή και έμμεση με τη μορφή του κοινωνικού αποκλεισμού.

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες για τα θύματα του εκφοβισμού: τα παιδιά-θύματα, με “παθητική” συμπεριφορά που είναι αγχώδη, κοινωνικά αποσυρμένα και δεν υπερασπίζονται τον εαυτό τους και τα παιδιά-θύματα με “προκλητική” συμπεριφορά, που είναι επιθετικά και οξύθυμα και προκαλούν τους θύτες. Η τρίτη κατηγορία είναι τα “αδιάφορα” θύματα, τα οποία παραμένουν αδιάφορα όταν δέχονται παρενόχληση ή επίθεση. Κάποια παιδιά είναι θύματα εκφοβισμού χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Άλλα γίνονται στόχος γιατί διαφέρουν σε κάτι από τα υπόλοιπα παιδιά (όνομα, χρώμα, ανάστημα, βάρος, τρόπος ομιλίας κ.ά.).

Το αποτέλεσμα του εκφοβισμού είναι ότι το παιδί νιώθει απομονωμένο, παρουσιάζει σχολική άρνηση και διάφορες συναισθηματικές δυσκολίες (θυμός, επιθετικότητα ή κακή διάθεση, απόσυρση, αϋπνίες). Τις περισσότερες φορές τα παιδιά που βιώνουν εκφοβισμό δεν μιλούν γι’ αυτό σε κανέναν καθώς νιώθουν ντροπή, φόβο, ενοχή (νιώθουν δηλαδή ότι φταίνε γι’ αυτό που τους συμβαίνει) ή σκέφτονται ότι θα απογοητεύσουν/στεναχωρήσουν τους γονείς τους.

Σε περίπτωση που ο γονιός υποψιαστεί ότι το παιδί του είναι θύμα εκφοβισμού, καλό είναι να προσπαθήσει να διερευνήσει την κατάσταση. Αν αντιληφθεί ότι το παιδί του είναι θύμα εκφοβισμού θα πρέπει :

  • να συζητήσει μαζί του ώστε να μάθει με λεπτομέρειες τι είδους βία ασκείται στο παιδί και να του ξεκαθαρίσει ότι καμία μορφή βίας δεν είναι αποδεκτή
  • να τονίσει στο παιδί ότι το να αισθάνεται ασφάλεια στο χώρο του σχολείου είναι δικαίωμά του και δεν χρειάζεται να δέχεται να το αντιμετωπίζουν με αυτόν τον τρόπο
  • να παροτρύνει το παιδί να επιδιώκει να βρίσκεται σε μέρη ασφαλή, ει δυνατόν με φίλους του και όχι μόνο του ώστε να αποθαρρύνει τους θύτες να το ενοχλήσουν
  • να ενθαρρύνει το παιδί να συμμετέχει σε ομαδικές δραστηριότητες που θα το ενδιέφεραν (π.χ., σπορ) ώστε εκεί να γνωρίσει άλλα παιδιά και να περιοριστεί η απομόνωσή του, η στεναχώρια του αλλά και να ενισχυθεί η αυτοπεποίθησή του
  • να καθοδηγήσει το παιδί για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση: το να δείξει το παιδί σ’ αυτόν που του επιτίθεται ότι δεν ανέχεται αυτή τη συμπεριφορά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να ανταποδώσει, είναι η καλύτερη τακτική. Οι θύτες συχνά θέλουν να δουν ότι το θύμα τους αναστατώνεται, οπότε το να δηλώσει το παιδί-θύμα ότι δεν του αρέσει αυτό που γίνεται και μετά να απομακρυνθεί θα κάνει το θύτη να χάσει το ενδιαφέρον του. Εάν το παιδί φοβάται να μιλήσει μόνο του στο παιδί που το παρενοχλεί, καλό θα ήταν να βρίσκεται μαζί του κάποιος άλλος. Εάν κάποιος του επιτεθεί θα πρέπει να το αναφέρει αμέσως σε δάσκαλο.
  • να ενημερώσει τέλος, το σχολείο ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία του παιδιού.

Χρειάζεται συστηματική αντιμετώπιση, καλή επικοινωνία και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων πλευρών, ώστε να περάσει το μήνυμα στους νέους ότι οποιαδήποτε μορφή βίας δεν είναι καθόλου αποδεκτή και ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να την ανέχονται. Ειδικά στη χώρα μας, η ελλιπής και περιορισμένη ενημέρωση για το φαινόμενο του εκφοβισμού οδηγεί στην υποαναγνώριση και μη έγκαιρη αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων. Η ζωή ενός παιδιού όμως μπορεί να επηρεαστεί πολύ. Είναι απαραίτητη λοιπόν η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την αναγνώριση και τη διαχείριση του προβλήματος, η διαρκής παρότρυνση και υποστήριξη των γονέων για την ενεργό συμμετοχή και συνεργασία τους με το σχολείο και η συνεχής συμβουλευτική των εκπαιδευτικών προς τους μαθητές με στόχο την ενίσχυση της μαθητικής ομάδας για την αντιμετώπιση συμβάντων εκφοβισμού και βίας στο σχολείο. Τα τελευταία χρόνια γίνονται πολλές οργανωμένες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση για την καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού.