Ψυχογενής βουλιμία: πώς να βοηθήσουμε το παιδί μας

psixogenis-voulimia-pos-na-voithisoume-to-paidi-masΓράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Αλεξάνδρα Κοπανάρη

Η ψυχογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας κατά τα οποία το άτομο έχει απώλεια ελέγχου στην ποσότητα της τροφής που καταναλώνει, συνεχή ακατάλληλη αντισταθμιστική συμπεριφορά για την αποτροπή της αύξησης βάρους (πρόκληση εμετών, λήψη καθαρτικών και διουρητικών, υπερβολική άσκηση) και υπερβολική ενασχόληση με το βάρος και το σχήμα του σώματος, η οποία διαμορφώνει και την αυτοεκτίμησή του.

Η μακροχρόνια βουλιμική συμπεριφορά του ατόμουμπορεί να προκαλέσει σειρά ιατρικών προβλημάτων, όπως γαστρεντερικές και ηλεκτρολυτικές διαταραχές, οδοντιατρικές επιπλοκές (διάβρωση αδαμαντίνης στα δόντια), γυναικολογικές επιπλοκές, δερματολογικά προβλήματα κ.ά. Επιπλέον συνοδεύεται συχνά από εξίσου σοβαρές ψυχολογικές και συμπεριφορικές δυσκολίες όπως κατάθλιψη, τάση για απόσυρση, αρνητισμός, έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων, ενοχικά συναισθήματα κ.ά.

Τα αίτια της ψυχογενούς βουλιμίας δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί. Όπως και με τις υπόλοιπες Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής, έτσι και εδώ διαφορετικοί παράγοντες φαίνεται να συνδέονται με την εκδήλωση αυτής της διαταραχής όπως γενετικοί και βιολογικοί παράγοντες, η επιρροή της οικογένειας και του κοινωνικοπολιτισμικού περιβάλλοντος, συναισθηματικές διαταραχές κ.ά.

Καθώς οι βουλιμικοί ασθενείς είναι δυνατόν να διατηρούν φυσιολογικό βάρος, είναι σημαντικό να υπάρχει επαγρύπνηση από την πλευρά των γονέων εάν υπάρχει κάποιο από τα συμπτώματα. Η αντιμετώπισή της χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια ειδικών όπως ψυχολόγων, ψυχιάτρων, διατροφολόγων, πάντα με την ενεργό συμμετοχή της οικογένειας του εφήβου. Πρωταρχική σημασία για την εκδήλωση και διατήρηση ψυχογενούς βουλιμίας κατέχουν οι δυσλειτουργικές πεποιθήσεις και οι στάσεις για την αξία του βάρους και του σχήματος του σώματος. Για τον λόγο αυτό η θεραπεία επικεντρώνεται στην αλλαγή της δυσλειτουργικής αντίληψης που έχει ο έφηβος για το φαγητό και τον εαυτό του καθώς και στην προσπάθεια εύρεσης εναλλακτικής έκφρασης αρνητικών συναισθημάτων. Κατόπιν προωθείται η υιοθέτηση ενός πιο υγιούς μοντέλου διατροφής.

Είναι δύσκολο να υποστηρίξουμε ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες για την πρόληψη της διαταραχής. Σε γενικές γραμμές ωστόσο θα ήταν βοηθητικό οι γονείς να μην εφαρμόζουν αυστηρές δίαιτες στα παιδιά τους, ούτε να ασχολούνται υπερβολικά με το θέμα της εμφάνισης και του σωματικού βάρους. Να μαθαίνουν στα παιδιά ότι η εμφάνιση δεν είναι αυτοσκοπός και σε περίπτωση που υπάρχουν παραπανίσια κιλά να μην εκδηλώνουν επικριτικές συμπεριφορές προς το παιδί τους. Σημαντική είναι επίσης η στάση που εκδηλώνουν οι γονείς απέναντι στο φαγητό: το φαγητό είναι απόλαυση αλλά χρειάζεται και πρόγραμμα στη διατροφή, κι αυτό είναι κάτι που χρειάζεται να επικοινωνείται στα παιδιά μέσα κυρίως από το προσωπικό τους παράδειγμα. Τέλος, είναι απαραίτητο να καλλιεργούν κλίμα αποδοχής και σεβασμού και να δίνουν τη δυνατότητα στο παιδί να εκφράζει τα συναισθήματά του, ειδικά τα αρνητικά, να αφήνουν περιθώρια για πρωτοβουλίες και λήψη αποφάσεων (σε λογικά πλαίσια) και κυρίως, να μη συνδέουν τις συναισθηματικές ανάγκες και τη διαχείριση των συναισθημάτων γενικά με τη λήψη τροφής ή γλυκού (π.χ.,είμαι στεναχωρημένος άρα  θα φάω κάτι γλυκό ώστε να νιώσω καλύτερα).