Όψεις της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και εφήβων

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc Εγκληματολογίας Κωνσταντίνα Καστελιώτη, συνεργάτης του Κέντρου Λόγου, Γραφής & Συμπεριφοράς ΛΟΓΟ-ΤΕΧΝΙΑ

Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών και εφήβων είναι ένα ζήτημα το οποίο χρειάζεται να προσεγγιστεί με ευαισθησία και διακριτικότητα. Η ενημέρωση γύρω από το θέμα μπορεί να μειώσει τις προκαταλήψεις αλλά και τον στιγματισμό των θυμάτων ώστε να υποστηρίζονται περισσότερο να καταγγέλλουν την κακοποίηση  και να αναζητούν υποστήριξη.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας [1], η σεξουαλική βία περιλαμβάνει ολοκληρωμένη ή επιχειρούμενη σεξουαλική επαφή χωρίς συναίνεση όπως και πράξεις σεξουαλικής φύσης οι οποίες δεν εμπεριέχουν επαφή (π.χ. ηδονοβλεψία ή σεξουαλική παρενόχληση). Επιπλέον, αφορά τη διακίνηση ατόμων- με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση- τα οποία δεν είναι σε θέση να δώσουν τη συγκατάθεσή τους ή να διαφωνήσουν καθώς και τη διαδικτυακή εκμετάλλευση.

Ποια είναι όμως η έκταση του φαινομένου; Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη της UNICEF [2], περίπου 120 εκατομμύρια κορίτσια κάτω των 20 ετών (1 στα 10 κατά προσέγγιση) έχουν υποστεί αναγκαστική σεξουαλική επαφή ή άλλες αναγκαστικές σεξουαλικές πράξεις κάποια στιγμή στη ζωή τους. Και τα αγόρια αναφέρουν εμπειρίες σεξουαλικής βίας αλλά σε μικρότερο βαθμό. Ωστόσο, το πραγματικό μέγεθος της σεξουαλικής κακοποίησης είναι δύσκολο να εκτιμηθεί μιας και το συγκεκριμένο φαινόμενο θεωρείται ότι έχει μεγάλο σκοτεινό αριθμό (δηλαδή περιστατικά που δεν καταγγέλλονται).

Δεν είναι λίγες οι φορές που τα θύματα διστάζουν ή φοβούνται να μιλήσουν για την κακοποίηση που βιώνουν. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι δράστες είναι οικείοι στο θύμα (και πολύ συχνά πρόκειται για τον γονέα ή για κάποιον συγγενή του θύματος) [3], τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η απόφαση του να μιλήσει επηρεάζεται από διάφορες παραμέτρους.

Πιο αναλυτικά, το παιδί ή ο έφηβος μπορεί να νιώθει ένοχος για ό,τι συμβαίνει θεωρώντας υπεύθυνο τον εαυτό του και να ανησυχεί για το δικό του μέλλον και για το μέλλον των οικείων του [4]. Ειδικότερα για την αιμομικτική σχέση μεταξύ πατέρα και κόρης, η μυστικότητα αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της. Πολλές φορές, υπάρχει αμφιθυμία καθώς η κόρη τρέφει αισθήματα αγάπης για τον γονέα και ταυτόχρονα αποστροφής για την αιμομικτική κατάσταση. Παράλληλα, η υποταγή της κόρης συνδέεται με την άσκηση έντονης ψυχολογικής βίας από τον πατέρα και με τον φόβο που βιώνει έντονα εκείνη. Νιώθει φόβο, όχι μόνο για τη σωματική της ακεραιότητα αν αποκαλύψει την αιμομικτική σχέση αλλά και φόβο στιγματισμού της ίδιας και της οικογένειάς της [5].

Ανασταλτικά λειτουργεί και η έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού των φορέων που δέχονται τις καταγγελίες σεξουαλικής κακοποίησης στη χώρα μας. Το αποτέλεσμα είναι το παιδί- θύμα να κληθεί να καταθέσει την τραυματική του εμπειρία κατά μέσο όρο 14 φορές στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας [6].

Παρόλα αυτά, τα παιδιά και οι έφηβοι που βρίσκουν τη δύναμη να καταγγείλουν τη σεξουαλική κακοποίηση επιδιώκουν βέβαια να θέσουν ένα τέλος όμως συχνά και να προστατεύσουν άλλα παιδιά από το να θυματοποιηθούν κι εκείνα (π.χ. τα μικρότερα αδέρφια τους).

Οι επιπτώσεις της σεξουαλικής κακοποίησης παρατηρούνται τόσο κατά την περίοδο που υφίσταται η κακοποίηση όσο και αργότερα στην ενήλικη ζωή. Μερικές από τις συνέπειες είναι οι διαταραχές στην όρεξη και στον ύπνο του παιδιού, ο έντονος φόβος, η παραβατικότητα και η πτώση της σχολικής επίδοσης. Ως ενήλικας μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα στις σεξουαλικές του σχέσεις (π.χ. αποστροφή ή ασύδοτη ερωτική συμπεριφορά), έντονο άγχος, κατάθλιψη, χρήση ουσιών, χαμηλή αυτοεκτίμηση ως και τάσεις αυτοκτονίας.

Όπως γίνεται σαφές, η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών και των εφήβων είναι ένα έγκλημα το οποίο καταγγέλλεται πολύ λιγότερο από όσο διαπράττεται (υπολογίζεται ότι ένα παιδί ανά σχολική τάξη είναι θύμα). Είναι πολύ σημαντικό, αν κανείς αντιληφθεί στο περιβάλλον του ότι ένα παιδί ή έφηβος είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης να το ενθαρρύνει να προβεί σε καταγγελία και να του παρέχει υποστήριξη όχι μόνο μέχρι την καταγγελία αλλά και μετά από αυτήν.

Ο στιγματισμός των θυμάτων, ο οποίος εντείνει τον ψυχικό τους πόνο, δεν είναι μια αναγκαστική συνέχεια της κακοποίησης. Αποτελεί επιλογή της κοινωνίας αλλά και του καθενός μας ξεχωριστά για το πώς θα σταθούμε δίπλα στο θύμα με αποδοχή και κατανόηση. Με τον τρόπο αυτό θα βοηθηθεί να αποκτήσει ελπίδα και δύναμη για να μην εξακολουθεί να υποφέρει και στην ενήλικη ζωή του.


[1] http://www.who.int/mediacentre/factsheets/violence-against-children/en/
[2] https://www.unicef.org/protection/57929_58006.html
[3] https://www.rainn.org/statistics/children-and-teens
[4] http://www.meneimystiko.gr/
[5] Αιμομιξία. Θεωρητικές προσεγγίσεις και ερευνητικά δεδομένα. (1995). Βάσω Αρτινοπούλου. Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη.[6]http://www.kathimerini.gr/955426/article/epikairothta/ellada/se3oyalikh-kakopoihsh-8ymatopoihsh-dixws-telos