Οι γονείς και η αρχή της σεξουαλικής ζωής των εφήβων

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Κωνσταντίνα Καστελιώτη, συνεργάτης του Δικτύου Psy-Counsellors

Ο έφηβος βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία ανάπτυξης, τόσο συναισθηματικής όσο και σωματικής αλλά και σεξουαλικής. Καθώς παρατηρεί τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα του, ο έφηβος αρχίζει να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για την εξερεύνηση της σεξουαλικότητάς του. Παράλληλα, ξεκινά να τον απασχολεί το πώς και πότε θα γίνει η αρχή της σεξουαλικής του ζωής.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, υπάρχει υπερπληροφόρηση σχετικά με το θέμα αυτό κυρίως στο διαδίκτυο όπου μπορεί κανείς να βρει πολλές απαντήσεις σε κάθε πιθανή απορία του. Οι πολλές πληροφορίες ωστόσο δε σημαίνει ότι είναι και ακριβείς. Οι έφηβοι συχνά μπορεί να νιώθουν μπερδεμένοι για το τι πραγματικά ισχύει και ταυτόχρονα αμήχανοι για την πρωτόγνωρη εμπειρία που πρόκειται να βιώσουν.

Οι γονείς, από την πλευρά τους, στην προσπάθειά τους να είναι κοντά στο παιδί τους, θέλουν να του μιλήσουν για το ζήτημα της σεξουαλικότητας αλλά προβληματίζονται για το πώς να το προσεγγίσουν. Η ύπαρξη μιας καλής σχέσης μεταξύ γονέα και εφήβου είναι σίγουρα βοηθητική αλλά ακόμα κι έτσι αρκετοί γονείς φαίνεται να δυσκολεύονται. Πολλοί γονείς, εξάλλου,  μπορεί να μην είχαν ποτέ την ευκαιρία να κάνουν μια ανάλογη συζήτηση με τους δικούς τους γονείς.

Γι αυτό και είναι ίσως χρήσιμο να υπάρξει μια προετοιμασία πριν ξεκινήσει ο διάλογος με την έφηβο. Ενδεχομένως, να χρειάζεται οι γονείς να διευκρινίσουν κάποιες πτυχές (όπως τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα) ή απλώς να έχουν μια γενική ιδέα για τα θέματα που θέλουν οπωσδήποτε να θίξουν. Το πώς θα μιλήσει άλλωστε ο γονέας για τη σεξουαλικότητα συνδέεται, σε μεγάλο βαθμό, με το πώς βλέπει ο ίδιος τις σεξουαλικές σχέσεις και τη σημασία που τους αποδίδει στη ζωή του.

Στην αρχή της συζήτησης, οι γονείς είναι εκείνοι που θα καθορίσουν το πλαίσιο και θα εξηγήσουν στον έφηβο τη σοβαρότητά της και ότι αυτά που θα του πουν είναι σημαντικά. Ο έφηβος πλέον αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του και οφείλει να γνωρίζει πώς μπορεί να προστατευτεί. Οι γονείς μπορούν να ενημερώσουν το παιδί τους για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, τα συμπτώματα και τους τρόπους προστασίας από αυτά. Επίσης, μπορεί να συζητηθεί και το θέμα της αντισύλληψης και να διευκρινιστεί η αλήθεια απέναντι σε μύθους που πιθανόν να έχει ακούσει ο έφηβος γύρω από αυτήν.

Επιπλέον, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τον έφηβο και στη συναισθηματική ωρίμανση που φέρνει η σεξουαλική ζωή. Να τον βοηθήσουν, δηλαδή, να αντιληφθεί πότε είναι έτοιμος να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη σχέση. Θα μπορούσαν να του προτείνουν να αναρωτηθεί, για παράδειγμα, «Πώς θα χειριστεί ο σύντροφός μου μια αμήχανη ή άβολη στιγμή;» ή » Πώς θα αντιδράσει αν αλλάξω γνώμη και δε θελήσω τελικά να προχωρήσω στη σεξουαλική πράξη;» ή ακόμα «Μου δείχνει σεβασμό μέχρι τώρα;». Μέσα από παρόμοια ερωτήματα ο έφηβος μπορεί να καταλήξει στο αν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του ίδιου και του συντρόφου του, η οποία αναδεικνύεται ως βασική προϋπόθεση για να ξεκινήσει τη σεξουαλική του ζωή.

Οι γονείς, εξάλλου, μπορούν να τον καθησυχάσουν ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη ή «φυσιολογική» ηλικία έναρξης της σεξουαλικής ζωής. Ο ίδιος θα το αποφασίσει όταν κρίνει ότι είναι η ώρα και όχι επειδή το ζητάνε οι άλλοι ή το περιμένουν από εκείνον. Επιπλέον, οι γονείς μπορούν να διαβεβαιώσουν τον έφηβο ότι έχει το δικαίωμα να έχει προσωπικές στιγμές αλλά εκείνοι θα είναι πάντα δίπλα του σε όποια απορία, αμφιβολία ή ανησυχία ενδεχομένως να έχει.

Ίσως να μην είναι εύκολο για τους γονείς να συνειδητοποιούν ότι το παιδί τους μεγαλώνει και ότι οι σεξουαλικές ανάγκες των εφήβων είναι μέρος της φυσιολογικής τους ανάπτυξης. Η απαγόρευση της σεξουαλικής επαφής μπορεί να φαίνεται σε μερικούς γονείς ως μια προσωρινή λύση όμως στην πραγματικότητα τους αποκλείει από συνομιλητές σε ένα ζήτημα που απασχολεί τον έφηβο και δυσκολεύει τη μεταξύ τους επικοινωνία για το θέμα τόσο στο παρόν, όσο πιθανότατα και στο μέλλον. Μπορεί να μην ειπωθούν όλα σε μια συζήτηση. Όμως, τελικά είναι η διάθεση των γονέων να ακούσουν, να καταλάβουν και να καθοδηγήσουν τον έφηβο που θα του δείξει ότι είναι κοντά του σε όλα, ακόμα και στα πιο «αμήχανα» θέματα.