Μετανάστευση με παιδιά στην εφηβεία

metanasteusi-me-paidia-stin-efiveiaΓράφει στο efiveia.gr η Κλ. Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Κατερίνα Κοτσιφάκου

Η μετακίνηση από μία χώρα και η εγκατάσταση σε άλλη θεωρούνται στρεσογόνες διαδικασίες τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά και τους εφήβους.

Ο μετανάστης αφήνει πίσω του αγαπημένα πρόσωπα, οικεία περιβάλλοντα, έθιμα και πολιτισμικές καταβολές που λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς. Τα παιδιά και οι έφηβοι στη φάση αυτή καλούνται να ακολουθήσουν τους γονείς τους χωρίς τις περισσότερες φορές να μπορούν να κατανοήσουν τους ακριβείς λόγους αυτής της μετακίνησης.

Στη νέα τους πραγματικότητα παιδιά και έφηβοι είναι εκτεθειμένα σε δύο περιβάλλοντα: σε αυτό από τη χώρα προέλευσής τους, που κυρίως βιώνεται μέσα από το οικογενειακό τους περιβάλλον και σε αυτό της «νέας» πατρίδας, που εκφράζεται κυρίως μέσα από το χώρο του σχολείου και τον κύκλο των συνομηλίκων.

Η μετανάστευση προκαλεί την αίσθηση της απώλειας και του πένθους, που ειδικά στη φάση της εφηβείας μπορεί να προκαλέσει αρκετούς κλυδωνισμούς σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο έφηβος στη φάση αυτή καλείται να προσδιορίσει το Εγώ του, ποιος είναι και πού ανήκει, βρίσκεται μακριά από τα οικεία σύμβολά του και του ζητείται να αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα-που συχνά δεν είναι φιλική-με νέες κοινωνικές συνθήκες, ανάγκες και σύμβολα. Στην πιο εύθραυστη στιγμή της ψυχικής του ανάπτυξης σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο, χάνει τις σταθερές αναφορές του και πρέπει όχι μόνο να προσαρμοστεί αλλά και να αναδείξει την προσωπικότητά του σε ένα περιβάλλον που ενδεχομένως να μην γνωρίζει ούτε καν τη γλώσσα, βασικό κομμάτι της ψυχοκοινωνικής του εκφοράς.

Παρόλα αυτά, έρευνες καταδεικνύουν ότι η μετανάστευση εμπεριέχει ταυτόχρονα και μια αισιόδοξη διάσταση καθώς αποτελεί σημαντικό βήμα προς μια καλύτερη ζωή περισσότερων ευκαιριών. Ορισμένες μελέτες μάλιστα περιγράφουν ένα φαινόμενο, το οποίο το ονόμασαν «το παράδοξο της μετανάστευσης», σύμφωνα με το οποίο τα παιδιά των μεταναστών εμφανίζουν μεγαλύτερη προσαρμογή από τους γηγενείς συνομηλίκους.

Αντίστοιχες έρευνες σχετικά με το αν η μετανάστευση αποτελεί παράγοντα επικινδυνότητας για τη σχολική προσαρμογή και την ψυχική υγεία των μαθητών, αποδεικνύουν πως οι μετανάστες και οι παλιννοστούντες έφηβοι δεν παρουσιάζουν περισσότερα προβλήματα ψυχικής  υγείας από ότι οι γηγενείς συμμαθητές τους.

Σε ότι αφορά στη σχολική επάρκεια, οι μετανάστες μαθητές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες προσαρμογής με χαμηλότερη σχολική επίδοση από τους γηγενείς.

Ωστόσο, αν και οι μετανάστες έχουν να αντιμετωπίσουν πολλούς στρεσογόνους παράγοντες όπως ο ρατσισμός, η οικονομική εκμετάλλευση και γενικότερα η οικονομική ανέχεια, ο σημαντικότερος παράγοντας που συμβάλλει στην ψυχική ανθεκτικότητά τους φαίνεται να είναι αυτός που γενικότερα βοηθά στην ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του εφήβου και δεν είναι παρά οι υψηλές προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας που ωθεί στην κοινωνική προσαρμογή αλλά και στην διαφύλαξη της ψυχικής υγείας των εφήβων ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Οι υψηλές προσδοκίες αυτοαποτελεσματικότητας ωθούν το άτομο να αναζητήσει όποιες ευκαιρίες προσφέρει το περιβάλλον του ώστε να αντιμετωπίσει τις όποιες αντιξοότητες και τελικά να προσαρμοστεί.

Αυτό λοιπόν που προκύπτει για τον μετανάστη έφηβο, πέραν την αναμενόμενης δυσκολίας στη σχολική προσαρμογή του, είναι πως οι υψηλές προσδοκίες και φυσικά η γονεϊκή εμπλοκή με αυτές προστατεύουν τον έφηβο από τους στρεσογόνους παράγοντες και τις αρνητικές τους επιπτώσεις. Ένα οικογενειακό περιβάλλον με επικοινωνία, στόχους και οράματα «θωρακίζει» ψυχικά τον έφηβο, δίνοντάς του κίνητρα για να αγωνιστεί, να πιστέψει στον εαυτό του, αξιοποιώντας τις ικανότητές του αλλά και τις δυνατότητες που του παρέχονται, ώστε να ανταπεξέλθει σε κάθε απειλή προερχόμενη από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει.