Μελατονίνη, τι ρόλο παίζει στην εφηβεία και πώς ο ύπνος σχετίζεται με την παχυσαρκία

melatonini-ti-rolo-paizei-stin-efiveia-kai-pos-o-ipnos-sxetizetai-me-tin-paxisarkiaΓράφει στο efiveia.gr η Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος Βασιλική Τριάντη

Η μελατονίνη η σημαντικότερη ορμόνη της επίφυσης ως ασπίδα προστασίας κατά των καρδιακών επεισοδίων, της υψηλής αρτηριακής πίεσης, αλλά και της καρκινογένεσης. Η μελατονίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από την επίφυση, έναν αδένα στο πίσω μέρος του ανθρώπινου εγκεφάλου και η έκκρισή της αρχίζει όταν υπάρχει σκοτάδι, δηλαδή όταν κοιμόμαστε! Η επίφυση (ή κωνάριο) είναι ενδοκρινής αδένας του σώματος. Είναι η μόνη περιοχή του σώματος που διαθέτει φωτοευαίσθητα κύτταρα, τα οποία την καθιστούν φωτοευαίσθητο ενδοκρινή αδένα, δίνοντας της προηγμένες ικανότητες. Έχει το μέγεθος περίπου ενός μπιζελιού και βρίσκεται τοποθετημένη ανάμεσα στα ημισφαίρια του εγκεφάλου, στην τρίτη κοιλία, πτυχωμένη σε μία αύλακα, η οποία δημιουργείται από την καμπυλότητα των δύο θαλαμικών σωμάτων. Οι λειτουργίες τις επίφυσης είναι πολύ σημαντικές ως προς την επιρροή που έχουν σε πολλά όργανα και αδένες του σώματος, αλλά δυστυχώς πολλές λειτουργίες της είναι ακόμη άγνωστες και αποτελούν αντικείμενο συνεχούς μελέτης.

Η κατανάλωση μελατονίνης – όπου υπάρχει φυσιολογικά σε διάφορες τροφές, όπως είναι τα κρεμμύδια, τα κεράσια, οι μπανάνες, τα δημητριακά, το καλαμπόκι, η βρώμη, το ρύζι, το κρασί, τα αρωματικά φυτά, ο δυόσμος, το θυμάρι, το φασκόμηλο, η λουίζα κ.α, έδειξε μια ισπανική μελέτη ότι εξουδετερώνει τις οξειδωτικές βλάβες και καθυστερεί τις εκφυλιστικές διαδικασίες του νευρικού συστήματος, που προκαλούνται από τη γήρανση. Η ορμόνη μελατονίνη φαίνεται ότι είναι ένας γενικός αντιοξειδωτικός παράγοντας, που έχει δράση σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Συμμετέχει στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και εμφανίζει ανοσοενισχυτική δράση. Η μείωση του καρδιακού ρυθμού και της πίεσης που παρατηρούνται κατά τον ύπνο έχουν αποδοθεί στη δράση της μελατονίνης, της οποίας η συγκέντρωση κατά τις νυκτερινές ώρες είναι μεγαλύτερη. Τα αποτελέσματα ερευνών έδειξαν ότι άτομα που πάσχουν από αρτηριακή υπέρταση έχουν κατά τις βραδινές ώρες χαμηλά επίπεδα μελατονίνης. Με βάση τα δεδομένα αυτά, ολλανδοί ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η μελατονίνη θα μπορούσε να αποτελέσει θεραπεία για την αντιμετώπιση της υψηλής πίεσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εθελοντές που έπαιρναν τη μελατονίνη κάθε βράδυ για τρεις εβδομάδες, παρουσίαζαν σημαντική πτώση της πίεσής τους κατά τη χρονική περίοδο της έρευνας. Επίσης, παρατηρήθηκε ότι αυτοί που έπαιρναν τη μελατονίνη κοιμόντουσαν καλύτερα, αλλά αυτό δεν οφειλόταν αναγκαστικά στη μείωση της αρτηριακής τους πίεσης.Η έκκριση της μελατονίνης είναι μικρή κατά τη γέννηση και αυξάνεται σημαντικά μέχρι την ηλικία των 3 – 5 ετών. Από την ηλικία των 6 ετών και μετά τα νυκτερινά επίπεδα της μελατονίνης ελαττώνονται βαθμιαία. Στα παιδιά και τους νέους η παραγωγή της μελατονίνης αυξάνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά 12 φορές, ενώ στους ενήλικες κατά 3 φορές. Με το πέρασμα των χρόνων ελαττώνεται η παραγωγή της μελατονίνης και τα επίπεδά της στους 80χρονους αντιστοιχούν μόνο στο 10% των επιπέδων των 20χρονων.

Επίσης η έλλειψη μελατονίνης που έχει συσχετισθεί με την έλλειψη ύπνου έχει σχετισθεί με την εμφάνιση παχυσαρκία στους εφήβους και την αύξηση του καρδιομεταβολικού κινδύνου. Δηλαδή παχύσαρκοι νέοι που δεν κοιμούνται επαρκώς ενδεχομένως να αυξάνουν τον κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου και εγκεφαλικού επεισοδίου. Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Journal of Pediatrics’, μας υπενθυμίζει πόσο σημαντικός είναι ο βραδινός ύπνος. Διαπιστώθηκε ότι παχύσαρκοι νέοι που δεν κοιμούνται επαρκώς μπορεί ενδεχομένως να αυξάνουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη, καρδιοπάθεια και εγκεφαλικό επεισόδιο. Αλλά και μελετητές του University of Michigan Health System και του BaylorUniversity, δήλωσαν ότι ο συνδυασμός έλλειψης ύπνου και παχυσαρκίας έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε ενήλικες και μικρότερα παιδιά. Ωστόσο, η σχέση είναι ασαφής στους εφήβους, μια ομάδα επιρρεπής στον ανεπαρκή ύπνο και της οποίας το ποσοστό παχυσαρκίας και του παραπανίσιου φθάνει στις ΗΠΑ στο 30%.

Η ερευνήτρια, HeidiIglayReger, του Michigan Metabolomics and Obesity Center, μελέτησε 37 παχύσαρκους νέους, ηλικίας 11 έως 17 ετών και μέτρησε τους παράγοντες κινδύνου για διαβήτη 2 και καρδιαγγειακή. Καταγράφηκαν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και οι συνήθειες ύπνου των εφήβων, οι οποίοι φορούσαν ημερησίως μόνιτορ, για μια εβδομάδα. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι στους συμμετέχοντες, το ένα τρίτο ανταποκρινόταν στη σύσταση της ελάχιστης σωματικής δραστηριότητας, που ήταν 60 λεπτά την ημέρα. Αν και οι περισσότεροι συμμετέχοντες κοιμόνταν 7 ώρες κάθε νύχτα, αν ξυπνούσαν τουλάχιστον μια φορά, το 13% από αυτούς ανταποκρινόταν στη σύσταση του ελάχιστου ύπνου, των 8,5 ωρών τη νύχτα. Έχοντας λάβει υπόψη παράγοντες όπως ο Δείκτης Μάζας Σώματος και την σωματική δραστηριότητα, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο, οι μελετητές διαπίστωσαν ότι τα χαμηλά επίπεδα ύπνου ήταν σημαντικός παράγοντας για την εμφάνιση καρδιομεταβολικού κινδύνου στους εφήβους.

Αν και οι ερευνητές δήλωσαν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η έλλειψη ύπνου προκαλεί καρδιομεταβολική νόσο ή ότι η παχυσαρκία προκαλεί διαταραχές ύπνου, η HeidiIglayReger δήλωσε ότι, ωστόσο η ισχυρή σχέση μεταξύ διάρκειας ύπνου και καρδιομεταβολικού κινδύνου υποδεικνύει την πιθανή επίδραση της διάρκειας ύπνου στην καρδιομεταβολική υγεία των παχύσαρκων εφήβων.

Μετά, από τα συμπεράσματα αυτά θα μπορούσαμε επάγουμε στην υπόθεση της ενδεχόμενης σχέσης των επιπέδων της μελατονίνης, του επαρκούς ύπνου και της εμφάνισης παχυσαρκίας και καρδιομεταβολικού κινδύνου στην εφηβεία επί ανεπαρκείας τους.