Κάπνισμα και εφηβεία: Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Κατερίνα Κοντογιαννάτου

Η πλειοψηφία των εφήβων που καπνίζει, το κάνει προκειμένου να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και την αυτό-εικόνα της. Στα μάτια του εφήβου, το τσιγάρο δίνει δύναμη και αντλεί από αυτό την προσωπική αξία, που ψάχνει να βρει. Συνήθως, πρόκειται για παιδιά με προβλήματα στις σχέσεις τους με τους σημαντικούς άλλους. Το κάπνισμα έρχεται να καλύψει το κενό που νιώθουν, τους προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι αξίζουν, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την αυτοεκτίμησή τους.

Οι περισσότεροι γονείς ανησυχούν, καθώς το παιδί τους φτάνει στην εφηβεία, για το αν θα ξεκινήσει το κάπνισμα. Συνήθως, η ηλικία όπου το παιδί δοκιμάζει για πρώτη φορά τσιγάρο, είναι στις αρχές της προεφηβείας. Η αντικαπνιστική στάση όμως, που θα κρατήσουν οι γονείς –ακόμη και αν οι ίδιοι είναι καπνιστές- παίζει σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του εφήβου σε σχέση με το κάπνισμα. Η νοοτροπία όμως, αυτή θα πρέπει να είναι παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και όχι μόνο, όταν το παιδί πλησιάζει στην εφηβεία.

Παρόλο που και οι δύο γονείς επηρεάζουν τη στάση που θα κρατήσουν τα παιδιά απέναντι στο κάπνισμα, οι έρευνες δείχνουν πως υπάρχει διαφορά στην επίδραση της στάσης του πατέρα, από αυτή της μητέρας. Το ανδρικό πρότυπο φαίνεται πως είναι αυτό που καθοδηγεί τη συμπεριφορά καπνίσματος.

Αν οι γονείς καπνίζουν, είναι πολύ πιθανό οι έφηβοι να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα. Παρόλα αυτά, αν επιδιώκουν να κόψουν το κάπνισμα, καλό είναι να μοιραστούν αυτή την προσπάθεια με τα παιδιά, κάνοντας τους με αυτό τον τρόπο σαφές πως το τσιγάρο είναι ανεπιθυμητό.

Ένας άλλος τόπος είναι η διατήρηση του χώρου του σπιτιού χωρίς καπνό. Η απαγόρευση του καπνίσματος και η έκθεση στη χρήση του τσιγάρου μέσα στο σπίτι, αποτρέπει τους εφήβους να το ξεκινήσουν. Οι περισσότεροι έφηβοι που δοκίμασαν τσιγάρο, έγινε είτε παρουσία των γονιών τους, είτε οι γονείς ήταν αυτοί που τους προέτρεψαν να δοκιμάσουν, προσφέροντάς τους το πρώτο τους τσιγάρο. Η επιτρεπτική αυτή στάση ενισχύει την πιθανότητα οι έφηβοι να γίνουν καπνιστές.

Μπορούν ακόμη οι γονείς να μοιραστούν με τα παιδιά τους τα συναισθήματά τους, σε περίπτωση που αυτά καπνίσουν. Βοηθητικό είναι ακόμη τα παιδιά να παίρνουν μέρος σε αθλήματα ή άλλου είδους δραστηριότητες, που αποτρέπουν από το κάπνισμα.

Όσον αφορά στις γνώσεις για τα αποτελέσματα του καπνίσματος στην υγεία, φαίνεται πως οι έφηβοι δε δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Είτε επειδή θεωρούν πως δεν τους αφορά, είτε γιατί αδυνατούν να επεξεργαστούν τις πληροφορίες αυτές και να κατανοήσουν τη φύση των ασθενειών.

Στόχος επομένως των γονιών, θα πρέπει να είναι η αλλαγή στάσεων των εφήβων γύρω από τη θεοποίηση του καπνίσματος, κάτι που χρειάζεται να γίνει από τα πρώτα κιόλας χρόνια της παιδικής ηλικίας και όχι η παροχή στείρας γνώσης και πληροφοριών.

Φυσικά δεν αρκεί μόνο η στάση των γονέων. Το ζήτημα αφορά και άλλες διαστάσεις. Ολοκληρωμένα προγράμματα και στοχευμένες ενέργειες με προληπτική δράση, τόσο εντός όσο και εκτός σχολείου, μπορούν να αντιμετωπίσουν τους παράγοντες που επηρεάζουν και ωθούν τα παιδιά στο κάπνισμα.

Πηγές:
Ντάβου, Μ. (1993). Ευαισθητοποίηση παιδιών και εφήβων με στόχο την πρόληψη του καπνίσματος, Στο Ε. Πετρίδου & Ε. Παυλάκου (Επιμ.), Υγεία και Ποιότητα Ζωής. Αθήνα: Σίρρις.