Οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς τους (β΄ μέρος)

Γράφει στο efiveia.gr η Συμβουλευτική Ψυχολόγος Μίνα Μπρούμου

Ας δούμε τώρα τα θέματα της εφηβικής ψυχολογίας από την πλευρά των εφήβων. Δηλ. πώς βλέπουν οι έφηβοι τις σχέσεις τους με τους γονείς τους.

Τέτοιου είδους ερωτήματα μας απασχολούν συχνά στις Σχολές Γονέων και, κυρίως, όταν δουλεύουμε με Ομάδες Εφήβων. Στις Ομάδες Εφήβων δίνουμε συχνά ερωτηματολόγια που αφορούν τις σχέσεις γονέων-εφήβων, και πιο συγκεκριμένα, πως θα ήθελαν τους γονείς τους, τι δεν τους πάει καλά με τους γονείς και τι είναι εκείνο που θα βοηθούσε τις σχέσεις τους να βελτιωθούν. Οι απαντήσεις που δίνουν οι έφηβοι σε αυτά τα ερωτηματολόγια έχουν πολύ ενδιαφέρον και θα τις δούμε παρακάτω αναλυτικά.

Αρχικά, οι έφηβοι παραδέχονται πως οι σχέσεις με τους γονείς τους είναι ταραγμένες. Δεν  υπάρχουν έφηβοι στις ομάδες (αγόρια και κορίτσια 15-19 χρόνων) που να μη το παρα­δέχονται αυτό. Το δεύτερο ερώτημα ήταν “γιατί οι σχέσεις ήταν ταραγμένες”. Εδώ κάναμε τις πρώτες διαπιστώσεις και τι θέλουμε ν’ αλλάξει από τους γονείς.

Οι πρώτες διαπιστώσεις ήταν: Οι γονείς μας δεν μας δείχνουν κατανόηση, δεν μας καταλαβαίνουν, μιλάμε άλλη γλώσσα, άλλα τους λέμε, άλλα εκείνοι περιμένουν, άλλα θέλουμε εμείς. Και τελικά δεν έχουμε διάλογο. Δεν έχουμε επαφή με τους γονείς μας. Δεν είμαστε ομάδα, δεν είμαστε ενωμένοι. Συστέγαση έχουμε μόνο. Αυτό απαντούσαν τα παιδιά στα ερωτηματολόγια..

Ένα άλλο σημείο που πληγώνει τους εφήβους είναι πως δεν τους έχουν εμπιστοσύνη οι γονείς τους: “Δεν μας δείχν­ουν εμπιστοσύνη, γιατί εμείς να δείξουμε εμπιστοσύνη σ’ εκείνους;”. Η αλήθεια είναι πως δεν τους έχουμε εμπιστοσύνη ακόμη κι εμείς οι ίδιοι που λέμε πως πιστεύουμε στα παιδιά μας. Πρέπει να το παραδεχτούμε ως γονείς, καθώς στις δύσκολες ώρες, στα δύσκολα θέματα, εκεί που πρέπει να σταθούμε καλά, τους επαναφέρουμε στο πρώτο καθεστώς και υψώνουμε τη φωνή μας. Δεν φεύγει από μέσα μας αυτό το κατάλοιπο. Είμαστε γονείς, εί­μαστε οι “εξουσίαν έχοντες” και αυτό το δείχνουμε και οι έφηβοι το εισπράττουν.

Ένα άλλο θέμα που ενοχλεί τους εφήβους είναι ότι δεν εκτιμούμε την προσωπικότητά τους. Δηλ. δεν τους αναγνωρίζουμε μια υπόσταση ξεχωριστή και διαφορετική. Δεν τους βλέπ­ουμε με τα δικά τους στοιχεία, τις δικές τους δυνατότητες, με τις δικές τους κλίσεις και ενδιαφέροντα. Ας πάρουμε το παράδειγμα του επαγγελματικού προσανατολισμού, που δείχνει το βαθμό που σεβόμαστε τους εφήβους. Η εμπειρία μας δείχνει ό,τι ο επαγγελματικός προσανατολισμός είναι, για τους γονείς, να πείσουμε οι ειδικοί το παιδί να κάνει αυτό που οι γονείς του θέλουν. Ένα κλασικό σχήμα που συναντάμε ως ειδικοί, είναι όταν πολλοί γονείς έρχονται να μας προκαταλάβουν “πέστε κι εσείς μια κουβέντα”. Ενώ, θα έπρεπε ν’ αφήσουν να μιλήσει ο έφηβος και ν’ αφήσουν να δούμε εμείς τι σκέφτεται αυτό το παιδί, ανεπηρέαστο. Όμως είναι τόσο επιτακτική η ψυχολογία των γονέων εκείνη την ώρα, που καλύπτει όχι μόνο τον έφηβο μα συχνά και τη δική μας δουλειά. Αυτό το σχήμα είναι φυσικό να το εισπράττει ο έφηβος ως καταπίεση της προσωπικότητάς του και είναι βασικά καταπίεση, αφού έτσι κι αλλιώς στα νερά τους θέλουν να τους φέρουν οι γονείς. Σπάνια είναι ελεύθερο το παιδί για να διαλέξει το δρόμο του.

Επιπρόσθετα, στο θέμα των σχέσεων και των συναναστροφών τους, πιστεύουν οι έφηβοι πως δεν παραδεχόμαστε την προσωπικότητά τους, καθώς επεμβαίνουμε. Ακόμη, τις ελεύθερες ώρες τους δεν τις σεβόμαστε. Το σχολείο φρον­τίζει πως να τους γεμίσει τις ώρες κι εμείς μόλις δούμε τον έφηβο να κάθεται σπεύδουμε να γεμίσουμε το χρόνο του με εξωσχολικές δραστηριότητες. Μια ακόμη διατύπωση των εφήβων είναι πως το καθεστώς στην οικογένεια είναι Δικτατορικό. Ό,τι θέλουν οι γονείς μας κάν­ουν. Δεν μας ρωτάνε, κι αν μας ρωτάνε το κάνουν πάνω – κά­τω γιατί έμαθαν πέντε πράγματα από σας (εννοούν στις Σχολές Γονέων) και κάτι από τα βιβ­λία. Κάνουν δήθεν διάλογο. Ποιός γονέας κάνει διάλογο για να κάνουν και οι δικοί μας; Από την αρχή ξέρουν πως αυτό που θέλουν εκείνοι θα γίνει. Τέλος, οι έφηβοι, σε κάποια από τα ερωτηματολόγια, χαρακτήρισαν βασανιστική αγάπη την αγάπη των γονιών και κουραστική.

Με όλες αυτές τις απαντήσεις και τις πληροφορίες μπορούμε να ανοίξουμε κουβέντες με τους εφήβους από πιο κοντά. Σε άλλους μπορεί να συμβαίνουν αυτά που κατηγορούν οι έφηβοι, σε άλλους όχι. Όμως, σε μερικούς, φαίνεται πως η βασανιστική αγάπη υπάρχει. Είναι εκείνη η υπερπροστασία, η ανησυχία των γονέων, που υπογραμμίζουν συνεχώς τους πολλούς κινδύνους που υπάρχουν γύρω από τους εφήβους. Βέβαια, το να υπογραμμίζεις τους κινδύνους μέχρι έναν βαθμό, είναι μια μορφή αγάπης, γιατί όταν αγαπάς έναν άνθρωπο φοβάσαι τους κινδύνους και θέλεις να τον προφυλάξεις. Όμως, το να προβάλλουμε συνεχώς και μόνι­μα τους δικούς μας φόβους για τους κινδύνους που υπάρχουν γύρω από τα παιδιά μας, αυτό είναι βασανιστική αγάπη. Και φαίνεται πως τα κουράζει.

Βιβλιογραφία