Οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς τους (ά μέρος)

Γράφει στο efiveia.gr η Συμβουλευτική Ψυχολόγος Μίνα Μπρούμου

Μια προσωπική διάσταση του εφήβου, που τη ζουν καθημερινά οι γονείς και τους ενδιαφέρει πολύ, είναι η στάση του απέναντι στους γονείς του.

Ο έφηβος δεν αισθάνεται άνετα απέναντι στους γονείς του και το θέμα μας είναι γιατί ο έφηβος δεν αισθάνεται άνετα με τους γονείς του και τι είναι αυτό που τον κάνει να εναντιώνεται και να τους έχει ως πρώτο στόχο. Πολύ συχνά οι γονείς, στις συζητήσεις μας, αναφέρουν σαν το πρώτο δείγμα της εφηβείας την εναντίωση προς τους γονείς, την αντιδικία, την αντίρρηση, το νεγκατιβισμό (την άρνηση). Η πρώτη σύγκρουση του εφήβου γίνεται με τους γονείς του, γιατί τους έχει πιο κοντά. Συνήθως κανείς συγκρούεται μ’ αυτόν που έχει πιο κοντά του. Είναι ένας κοντινός και πρόχειρος στόχος οι γονείς κι ο έφηβος κάνει χρήση αυτού. Επιπρόσθετα, ο έφηβος απομακρύνεται από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο είχε ενταχθεί. Το παιδί της σχολικής ηλικίας είναι προσαρμοσμένο και ταυτι­σμένο με το περιβάλλον του και όταν έχει ταυτιστεί κανείς με κάτι δεν εναντιώνεται σ’ αυτό. Όμως εφηβική ηλικία θα πει, ακριβώς, αποκόλληση από το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν αποκολληθεί κάποιος είναι πια θεατής, είναι πιο μακριά, κι αρχίζει να κρίνει. Έτσι ο έφηβος, καθώς θέλει να αποκολληθεί, ξεκόβει, σιγά-σιγά από το οικογενειακό περιβάλλον, αρχίζει, όπως είπαμε, να κρίνει τους γονείς ως πρώτο στόχο.

Ένας ακόμη λόγος, που κάνει τον έφηβο να εναντιώνεται απέναντι στους γονείς του, είναι ότι ο έφηβος αισθάνεται την ανάγκη να μεγαλώσει και αντιτίθεται στην πρώτη εξου­σία, αυτή των γονέων. Κι αυτή την εξουσία, που την παλεύει ο έφη­βος, είναι γεγονός πως την έχουμε πολύ οργανωμένη στα προηγούμενα χρόνια. Ως την ηλικία των 11-14 χρόνων, που αρχίζει η κρίση (ξεκινά η εφηβεία), δεν κάνουμε τίποτε’ άλλο παρά να έχουμε μο­νόλογο απέναντι στα παιδιά μας. Δεν τους αναγνωρίζουμε την προσωπικότητά τους, γίνεται αυτό που θέλουμε εμείς, όπως το θέλουμε, η άποψή τους δεν υπάρχει σχεδόν σε διάλογο. Οι κατευθύνσεις είναι δικές μας, οι γραμμές δικές μας, ο τρόπος ζωής μας, όλα είναι δικά. μας. Όμως τώρα ο έφηβος αισθάνεται την ανάγκη να ανεξαρτητοποιηθεί και γι’ αυτό το λόγο στρέφεται προς τους γονείς. Βέβαια, η στάση όλων των εφήβων απέ­ναντι στους γονείς τους δεν είναι η ίδια. Εδώ παίζουν ρόλο πολλά πράγματα: η προσωπικότητα των γονέων, οι σχέσεις που έχουν με το παιδί τους, η προσωπικότητα του παιδιού, αν είναι αγόρι ή κορίτσι, το νευρικό σύστημα του παιδιού και τέλος, το αν έχει φίλους ή περιβάλλον, ώστε ξεκόβοντας από εδώ να είναι έτοιμο να ενταχθεί εκεί ή αν δεν έχει ομάδα ν’ ακουμπήσει. Όλα είναι καθοριστικοί παράγοντες.

Η πρώτη στάση του εφήβου απέναντι στους γονείς του είναι απορριπτική. Δεν τους παραδέχεται Οι γονείς ήταν ως τότε σε βάθρο, μα τώρα η εκτίμηση, η αγάπη, ο θαυμασμός αρχίζουν λίγο – λίγο να καταρρέουν. Το βάθρο πάει στην άκρη κι οι γονείς δεν γίνονται παραδεχτοί από τον έφηβο, που δείχνει να μη τους εκτιμά. Υπάρχει ακόμη μια δεύτερη στάση του εφήβου απέναντι στους γονείς του: η στάση της ειρωνείας. Συχνά όταν ένα πράγμα θέλει κάποιος να το εξουδετερώσει, το ειρωνεύεται. Και φυσικά οι έφηβοι, που δεν έχουν τα μέσα ν’ αντιμετωπίσουν λογικά τη νέα κατά­σταση, την ειρωνεύονται. Οποιοδήποτε ελάττωμα υποτίθεται είχαμε ως γονείς σωματικό ή όχι (παχείς-αδύνατοι-άσχημοι-πλούσιοι-φτωχοί-τσιγκούνηδες κλπ.), οτιδήποτε μας ενοχλεί, βγαίνει στην επιφάνεια τώρα με τη μορφή της ειρω­νείας.

Μια τρίτη στάση είναι η επαναστατική. Επανάσταση συ­χνά επίμονη και σκληρή. Εμφανίζεται πιο έντονη σε κατηγορίες γονέων, που δεν φρόντισαν να συνεννοηθούν με τα παιδιά τους σε μικρότερη ηλικία. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να συμβεί και σε όσους είχαν διάλογο. Η εφηβική ηλι­κία είναι ανοιχτή προς όλες τις κατευθύνσεις. Μα συνήθως, η πάνοπλη επανάσταση των εφή­βων ενάντια στους γονείς είναι σε περιβάλλοντα, όπου δεν είχαν συνεννοηθεί προηγουμένως οι δυο γενιές.

Πολλοί γονείς, που δεν είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτές τις αλλαγές απογοητεύονται, στενοχωριούνται. Είναι οι περι­πτώσεις των γονέων που έρχονται στους ειδικούς τελείως αποθαρρημένοι πως “έχασαν” το παιδί τους και αποτύχανε στην αγωγή του. Δεν έχουν δίκιο παρά μόνο από την άποψη ότι πολλές φορές είναι βασανι­στική η τακτική των εφήβων απέναντί τους. Αν θελήσουμε να δούμε ποια περίοδος είναι η πιο βασανιστική για τους γονείς, όπως δείχνουν οι στατιστικές, είναι για τα κορίτσια (προηγούνται στην εφηβεία) από τα 11 ως τα 16, γιατί μετά τα 16 αρχίζουν πια να ωριμάζουν και ξεκινά η συνεργατικότητα, για τ’ αγόρια από τα 14 μέχρι τα 18. Που σημαίνει πως οι γονείς όταν έχουν αγόρι και κορίτσι από τα 11 ως τα 19-20 έχουν να περάσουν κουραστική περίοδο ζωής. Πρέπει να προετοιμαστούμε γι’ αυτά τα “εννέα χρόνια”. Όμως να πούμε για παρηγοριά ότι αυτή η τεταμένη ατμό­σφαιρα δεν διαρκεί και τα εννέα χρόνια στην ίδια ένταση. Υπάρχουν εναλλαγές ως προς την τακτική του παιδιού. Ακόμη εναλλάσσονται και οι γονείς ως προς την επιθετι­κότητα του παιδιού. Σ’ άλλα στάδια η επιθετικότητα είναι προς τη μητέρα, σ’ άλλα στάδια προς τον πατέρα.. Καμιά φορά βάλλουν και προς τους δύο μαζί. Άλλοτε διαχωρίζουν τους δυο γονείς ανάλογα με το φύλο, τις συμπάθειες κι ανάλογα με την κατανόηση που τους δείξαμε.

Το κορίτσι, τον πρώτο καιρό εναντιώνεται στη μητέρα, αργότερα ταυτίζεται και συχνά γίνονται φιλενάδες. Είναι δυο τακτικές που μπορεί να έχει το κορίτσι προς τη μητέρα του. Συχνά όμως δεν έχουμε και τις δυο αυτές στάσεις από το κορίτσι. Μπορεί να είναι φίλη από την αρχή με τη μητέρα του ή μπορεί να εναντιωθεί στη μητέρα απ’ την αρχή. Εδώ είναι αυτός ο ανταγωνισμός, ιδίως, όταν είναι η μητέρα νέα ή πιο καλοφτιαγμένη, πιο συμπαθής από το κο­ρίτσι. Τότε βλέπουμε να μην ταυτίζονται μητέρα και κόρη ή να εξακολουθούν να περπατάνε στη ζωή τους και αργότερα, στο γάμο του παιδιού, σε δυο διαφορετικούς δρόμους, γιατί δεν κουβέντιασαν, δεν συνεννοηθήκαν.

Εδώ θα δούμε και την ψυχολογία της μητέρας, γιατί δυστυχώς πολλές φορές, μερικές μητέρες, καθώς μεγαλών­ουν τα κορίτσια τους τα βλέπουν ως αντίπαλες (όταν είναι νέα η μητέρα). Μα να μην ξεχνά πως είναι μητέρα κι έχει παιδί. Είναι συχνά φανερή η επιτήδευσή της ως προς το κορίτσι που βγήκε στην επιφάνεια, μεγάλωσε και την αφήνει στην άκρη. Και μπαίνουμε στην άκρη για να προχωρήσει το παιδί μας.

Μα με το κορίτσι δεν έχει η μητέρα τόσες δοσοληψίες όσο με το αγόρι. Το αγόρι είναι εκείνο που ξεσηκώνεται, που πρέπει να ξεσηκώνεται ενάντια στη μητέρα, ενάντια στο γυναικείο της πρότυπο. Στην αρχή με μια επιθετική και ίσως σαδιστική διάθεση. Βέβαια πάντα παίζει ρόλο το τι τύπου παιδί έχουμε και τι τύπου μητέρας υπήρξαμε ή είμαστε. Μα ωστόσο, όσο καλοί κι αν είμαστε κι ο ένας κι ο άλλος, το αγόρι εναντιώνεται προς τη μητέρα γιατί τη βλέπει πια σαν άλλο φύλο, και βέβαια δεν του αρέσει σαν εκπρόσωπος του άλλου φύλου η μητέρα και καλά κάνει. Από την άλλη, δεν είναι ακόμη έτοιμο να δεχτεί τις σχέσεις ή να δημιουργήσει σχέσεις με το άλλο φύλο και εκεί είναι που τα αγόρια δεν “χωνεύουν” τις μητέρες, γιατί παρουσιάζονται ως εκπρόσω­ποι ενός φύλου που, για το αγόρι, είναι ακόμη απλησίαστο.

Καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε όσες έχουν αγόρια πως πρέπει να ενισχύουμε αυτή την τάση του αγοριού. Το λάθος που κάνουν οι μητέρες είναι πως υποφέρουν όταν το αγόρι τους -και μάλιστα όταν είναι μοναχοπαίδι- ξεκόβει και φεύγει, είναι επιθετικό και δεν τις παραδέχεται. Αλλά είναι συνηθισμένο και το φαινόμενο του αγοριού, που ενώ ξεκίνη­σε επαναστατικά κάνει στροφή σιγά-σιγά προς τη μητέρα και προσκολλάται πάλι σ’ αυτήν. Η ταύτιση αντί να γίνει προς τον πατέρα, που είναι το ανδρικό πρότυπο, γίνεται προς την μητέ­ρα και τότε ενισχύεται αυτό που λένε οι ψυχαναλυτές “οιδι­πόδειο σύμπλεγμα” γερά πια, οργανωμένο και δεν σπάει στο μέλλον, τελικά προχωρεί το δρόμο του με την εικόνα της μάνας πάντα εξαϋλωμένη και σ’ όλες τις σχέσεις του αγοριού, που έρχονται στην επιφάνεια με το γάμο.

Παρουσιάζεται με την έντονη μορφή της μητέρας – πεθε­ράς ειδικά στην Ελλάδα. Παντρεύεται το αγόρι και η μαμά πάντα δίπλα στο γιο κι ανάμεσα στο νέο ζευγάρι. Δεν μπορεί δηλ. να ανεξαρτητοποιηθεί ούτε ο γιος ούτε η μητέρα. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει, έστω και σε βάρος των γονέων, έστω κι αν αυτό δεν σημαίνει συνεργασία με το παιδί μας, να προσέξ­ουμε τις σχέσεις μας μαζί του. Γιατί αυτό σημαίνει πληρέστερη προσωπικότητα του παιδιού μας κι ωριμότητα. Βασική περίοδος γι’ αυτό το θέμα είναι η εφηβεία. Αν χάσουμε την υπόθεση στην περίοδο της εφηβείας δύσκολα την ξανακερ­δίζουμε. Όσο κι αν προσπαθήσουμε αργότερα, στα 22-25-28 να ανεξαρτητοποιηθεί το παιδί από μας, όσα κηρύγματα κι αν κάνουμε τότε δεν θα ωφελούν. Εκεί χρειάζεται συχνά παρέμβαση ειδικού για να μπορέσει το αγόρι να ανεξαρτητοποιηθεί από το μητρικό πρότυπο.

Τώρα, ως προς τον πατέρα. Από πλευράς κοριτσιού δεν υπάρχει συχνά σύγκρουση. Μόνο αν ο πατέρας είναι πολύ καλοφτιαγμένος άντρας ή πολύ διαχυτικός μπορεί να δημι­ουργηθεί υποσυνείδητος ερωτισμός. Μερικοί πατέρες όταν τα κορίτσια τους είναι στην εφηβεία γίνονται πολύ διαχυτι­κοί, περιποιούνται τα κορίτσια, τα αγκαλιάζουν, τα χαϊδεύουν τάχα από στοργή. Πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί. Η κόρη τους βέβαια κολακεύεται απ’ αυτή τη στάση του πατέρα. Δεν είναι ασφαλώς κι εδώ η καλύτερη περίπτωση, είναι το αντί­στροφο του αγοριού, όχι τόσο διαδομένο, γιατί οι κοπέλες βρίσκουν πιο εύκολα τρόπους να ξεκολλούν από μια κατά­σταση. Οι άντρες είναι πιο μονολιθικοί, δεν αναπροσαρμόζ­ονται εύκολα, σπάνια θα δείτε κορίτσια να έχουν προσκολ­ληθεί στον πατέρα στο σημείο που βλέπουν τ’ αγόρια προς τη μητέρα (τουλάχιστον στην Ελλάδα).

Και τώρα το αγόρι προς τον πατέρα: Συγκρούσεις στην αρχή. Μα όταν δεν χάσει την ψυχραιμία του ο πατέρας και περάσουν ορισμένες δυσκολίες σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται η παραδοχή και κατά κάποιο τρόπο αρχίζει η συνεργασία. Ο έφηβος πείθεται σιγά-σιγά για τον πατέρα του, πως τον αγαπά, του έχει εμπιστοσύνη, τον φροντίζει, και πως όσο βασανι­στικά κι αν στέκεται απέναντι στον πατέρα του, αυτός εξακο­λουθεί να είναι ζεστός και προστατευτικός. Άλλωστε, αυτές οι στάσεις του εφήβου είναι κάπως επιφάνεια. Είναι και λίγο σφυγμομέτρηση, δηλ. την ώρα που είναι επιθετικοί λογα­ριάζουν τι θα βγει απ’ αυτό και πώς θα εκτιμηθεί αυτό που βγήκε ή που δεν βγήκε. Δεν είναι μια στάση χωρίς συνέπειες ή στοχασμό. Αργότερα κάθονται, φιλοσοφούν πάνω σ’ αυτά τα βιώματα, τις ώρες της απομόνωσής τους. Δεν τ’ αφήνουν απαρατήρητα. Η εμπειρία δείχνει ότι ο έφηβος τα σκέφτεται και τ’ αξιολογεί. Κι ανάλογα τα εκτιμά περισ­σότερο ή γίνεται περισσότερο απορριπτικός στους γονείς ή στον πατέρα. Τελικά, θα καταφέρουμε μ’ όλες αυτές τις διαδι­κασίες των σχέσεων να πείσουμε τα παιδιά μας πως είμαστε κοντά τους. Και πως αν κάποια στιγμή “κατεβήκαμε” από το βάθρο μας, θα ξανανεβούμε, μα φιλικά.


Αν όμως με την υπομονή και την συμπαράσταση προς το παιδί μας δεν καταφέρουμε να το πείσουμε στην εφηβική ηλικία για το διάλογό μας, τότε ανοίγεται δυσκολία συνεν­νόησης σε πολλές κατευθύνσεις. Το παιδί που δεν γεφύρωσε το χάσμα του με τους γονείς του δεν θα το γεφυρώσει εύκολα με την κοινωνία, με τους συνανθρώπους του.

Γι’ αυτό δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ανάγκη να προετοιμάζονται οι γονείς στην εφηβική ηλικία γι’ αυτά που θα συμβούν. Γιατί αλλιώς στην πρώτη αντίδραση του παιδιού τους τα χάνουν. Μας έρχονται ανήσυχοι, τρομοκρατημένοι που το παιδί τους άλλαξε τώρα τόσο πολύ. Οι γονείς, καθώς δεν είναι προετοιμασμένοι, οργανώνουν συχνά απέναντι στο παιδί μια στάση, που ταπεινώνει την προσωπικότητά του. Άλλες φορές χρησιμοποιούν την υπεροχή που τους δίνει η ηλικία τους, εμπειρία ή τα χρήματα. Κάνουν χρήση αυτών των πραγμάτων και ζητούν ως αντάλλαγμα να επιβάλλουν δικό τους τρόπο ζωής. Έρχεται ο εγωκεντρισμός στην επι­φάνεια και δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος ο γονιός και να πει απλά “μεγαλώνει το παιδί μου”. Έχουμε βέβαια και την υποσυνείδητη τάση να μη θέλουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν, γιατί απομακρύνονται από κοντά μας και τι θα κάνου­με μόνοι μας, χωρίς αυτά;

Συχνά, για να υπάρχει περιεχόμενο δικό μας να μας τροφοδοτεί η ζεστασιά τους, θέλουμε τα παιδιά κοντά μας. Έτσι η ψυχολογία των γονέων γίνεται αγχώδης, δεν ξέρουν πώς να προχωρήσουν, είναι εκνευρισμένοι, άκεφοι. Βέβαια δεν λέω πως με τη γνώση γλιτώνουμε όλ’ αυτά, αφού αυτή είναι η πορεία της ανάπτυξης του παιδιού, όμως η γνώση βοηθά το άτομο να φιλοσοφεί ή να αναβάλλει, να δίνει τόπο στην οργή, να κάνει αντικειμενική εκτίμηση των πραγμάτων. Όλες αυτές οι στάσεις σώζουν την ατμόσφαιρα τελικά και τις σχέσεις που θέλουμε να διαμορφώσουμε. Γιατί αυτό είναι που μας ενδιαφέρει, να σώσουμε τις σχέσεις μας με τα παιδιά μας. Γιατί αν αυτό δεν μας πονούσε τότε κα­θένας θα τραβούσε το δρόμο του και όλα θα πήγαιναν καλά!

Τέλος, καμιά φορά αναπτύσσεται στους γονείς που έχουν έφηβους υποσυνείδητη ζήλια προς τα παιδιά τους. Μη μας φαίνεται παράξενο. Π.χ. άρχισε ο γιος να οδηγεί; ζηλεύει ο πατέρας χωρίς να το θέλει (ασυνείδητα και αθέλητα) κι ωστόσο μπορεί να είναι ένας πατέρας που δείχνει κατανόηση. Άλλο παράδειγμα: μπορεί να πήγε το παιδί εκδρομή στο εξωτερικό και γυρίζει γεμάτο εντυπώσεις. Πόσοι γονείς δεν σταματούμε τη διήγηση του, δεν παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια. Οι γονείς όλοι στην ψυχολογία τους έχουν την καλή διάθεση μα δεν δουλεύεται βαθύτερα ο εσωτερικός κόσμος τους για να πα­ραδεχτούν τους εφήβους, κι αυτό, είναι η αλήθεια, πως δεν είναι εύκολο. Μα η προσπάθειά μας πρέπει να είναι ν’ απελευθερωθούμε εμείς από τα παιδιά μας κι όχι τα παιδιά από μας. Αυτά κατά κάποιο τρόπο βρήκαν το δρόμο τους ή τον βρίσκουν, εκτός πια αν τα έχουμε χαλάσει πολύ.

Υπάρχει ακόμη ένας διαχωρισμός σχέσεων των γονέων ως προς τα παιδιά της εφηβικής ηλικίας, δηλ. οι προτιμήσεις. Αγαπούν ίσως το παιδί που είναι πιο γεροδεμένο, θαυμάζουν το παιδί που είναι πιο έξυπνο, καμαρώνουν αυτό που είναι καλός μαθητής, ενώ το άλλο το επικρίνουν. Αυτό υπάρχει σε όλες τις ηλικίες, ας το προσέξουμε όμως στην εφηβική ηλι­κία, γιατί όπως είπαμε ο έφηβος είναι πολύ ευαίσθητος, θίγε­ται εύκολα, οι συγκρίσεις τον μειώνουν, τον στενοχωρούν.

Τέλος, ας δούμε την ψυχολογία των συζύγων, των γο­νέων μεταξύ τους. Όλα τ’ απωθημένα της συζυγικής ζωής, όλα τα απωθημένα της παιδικής ψυχολογίας τους και όλες οι εμπειρίες του έγγαμου βίου βγαίνουν στην επιφάνεια, όταν τα παιδιά βρίσκονται στην εφηβεία. Έτσι γίνεται όταν παρουσιάζεται μια δοκιμασία. Μπορεί να συνεννοούνται οι γονείς πολύ καλά ως την ώρα που θα παρουσιαστεί η δοκιμασία, η αρρώστια, μια κρίσιμη κατάσταση. Τότε ή ο γιατρός δεν αρέ­σει του ενός ή το σχολείο του άλλου κι αρχίζουν οι διαφω­νίες. Στις κρίσιμες ώρες εμφανίζονται οι δυσκολίες και δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Στην εφηβεία έρχεται στην επιφάνεια ο ψυχισμός των γονέων, οι διαπληκτισμοί, όπως γίνεται και με την κρίση της αρρώστιας, γιατί κι η εφηβεία είναι μια κρίση. Έτσι εξηγείται πως έχουμε τα συχνά δια­ζύγια των γονέων στην περίοδο της εφηβείας των παιδιών. Κρίση των παιδιών, κρίση των γονέων. Όμως αν δεν μπο­ρούμε να σταθούμε ως γονείς σταθεροί τι είδους βοήθεια θα δώσουμε στα παιδιά μας; Την ώρα που παραπαίουν, αντί να τους δώσουμε χέρι βοηθείας τ’ αφήνουμε αβοήθητα.

Πέρα από τα θέματα αυτά, στα οποία υπάρχουν προ­στριβές μεταξύ των δυο ομάδων, πέρα από τα ενδογενή που είπαμε, γιατί ο έφηβος μεγαλώνει, γιατί οι γονείς δεν δέ­χονται αυτή την κατάσταση ανεξαρτητοποίησης των παιδιών, υπάρχουν και άλλες διάχυτες αφορμές που δίνουν λαβή σε παρεξηγήσεις και σε τσακώματα μεταξύ των δύο γενιών, ιδίως στην καθημερινή ζωή. Μερικές από αυτές τις αφορμές που βγαίνουν στην επιφάνεια, μέσα από συζητήσεις με τους γονείς στις Σχολές Γονέων, είναι οι παρακάτω:

Ένα βασικό θέμα είναι τα μαθήματα στο σχολείο. Συνήθως με την εφηβεία η επίδοση περιορίζεται, ο μα­θητής συχνά δεν ενδιαφέρεται να είναι ο πολύ καλός μαθη­τής. Αυτά τα έχουμε αναφέρει. Άλλη αφορμή είναι η έξοδος τα βράδια. “Τι ώρα θα γυρίσεις ή γιατί δεν γύρισες”. Η μητέρα κάθεται και περιμένει και βαριαναστενάζει, και δεν πάει να κοιμηθεί. Εδώ οι στάσεις των γονέων είναι συνήθως διαφο­ρετικές. Ο πατέρας είναι πιο κατηγορηματικός ως προς την ώρα, η μητέρα πιο ελαστική. Ο ένας κλείνει την πόρτα, κοιμά­ται, ο άλλος ξεροσταλιάζει περιμένοντας και παριστάνοντας τον ήρωα ή το θύμα. Το ντύσιμο επίσης είναι μια αφορμή, τα αγόρια αχτένιστα, με τα παλιωμένα μπλού τζίν, κ.α. Το χάσιμο του χρόνου, η ανοργανωσιά, είναι επίσης κάτι που μας μαραζώνει, λέμε “χαζεύουν” χωρίς να κάνουν τίποτα κι αυτό ενοχλεί πολύ τους γονείς. Κάτι ακόμη είναι τα έξοδα, το χαρτζιλίκι. Τα παιδιά διαρκώς ζητάνε, οι γονείς δεν συνεννο­ούνται στο θέμα αυτό, ο ένας δίνει, ο άλλος όχι, “εγώ μεγά­λωσα και λεφτά δεν είδα στα χέρια μου”. Η αναφορά βλέπετε στην παιδική μας ηλικία είναι ένας καθοριστικός παρά­γοντας. Πολλοί γονείς είναι τυρρανικοί ή δίνουν χαρτζιλίκι στα παιδιά γιατί εκείνοι το στερήθηκαν ή το αντίθετο: δεν δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, αφού και οι ίδιοι δεν έπαιρναν από τους γονείς τους.

Τέλος, όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά μας ένας λόγος επέμβασής μας είναι το φλερτ, η παρέα και γενικά η στενό­τερη επαφή με το άλλο φύλο. Στην αρχή με την έννοια: πρέ­πει να έχει παρέα με τ’ άλλο φύλο; Είναι της ώρας ή βιάζεται πολύ; (πάντα νωρίς είναι για μας τους γονείς). Έπειτα: είναι κατάλληλο το πρόσωπο που κάνει παρέα το παιδί μας; Είναι αυτό που θέλαμε; Γιατί οι γονείς κάνουν ένα λάθος εδώ και κρίνουν με τη δική τους ψυχολογία του περασμένου καιρού, που έβλεπαν τον κάθε νεαρό σαν γαμπρό, την κάθε κοπέλα σα νύφη. Ενώ οι σύγχρονοι νέοι δεν σκέφτονται έτσι αμέ­σως, δεν βιάζονται.

Αυτά είναι τα σχετικά με την ψυχολογία των γονέων. Τη ζούμε, την κουβεντιάζουμε, τώρα κάνουμε συνειδητο­ποίηση του θέματος. Όπως άλλωστε σ’ όλα τα ψυχολογικά φαινόμενα, οι λύσεις δεν υπάρχουν έτοιμες, οι συνταγές δεν υπάρχουν. Το μόνο που υπάρχει είναι η συνειδητοποίηση του θέματος, ο προβληματισμός και η ώριμη αντιμετώπιση.

Βιβλιογραφία