Η μετάβαση απο την παιδική ηλικία στην ωριμότητα

i-metavasi-apo-tin-paidiki-ilikia-stin-orimotitaΓράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος Αλεξάνδρα Κοπανάρη

Η εφηβεία αποτελεί μια μεταβατική περίοδο από την παιδική ηλικία προς την ενηλικίωση. Ο μέσος όρος έναρξης της εφηβείας είναι για τα κορίτσια η ηλικία μεταξύ των 10 1/2 και 11 ετών, ενώ για τα αγόρια μεταξύ των 12 1/2 και 13 ετών. Πρόκειται για μια φάση στη διάρκεια της οποίας συμβαίνουν πολλές αλλαγές, τόσο βιολογικές όσο και ψυχολογικές.

Οι βιολογικές αλλαγές αφορούν τόσο σε αλλαγές στα χαρακτηριστικά του σώματος (τριχοφυΐα, αύξηση ύψους, διόγκωση μαστών κ.ά.) όσο και σε εμφάνιση νέων χαρακτηριστικών (αλλαγές των έξω και έσω γεννητικών οργάνων, εμφάνιση εμμηνόρροιας κ.ά.).

Οι βιολογικές αλλαγές ωστόσο συνοδεύονται κι από σημαντικές συναισθηματικού τύπου αλλαγές. Καθώς ο έφηβος πλημμυρίζεται από έντονα και ευμετάβλητα συναισθήματα, η συμπεριφορά του μπορεί να είναι σχεδόν εκρηκτική. Μπορεί να γίνει επιθετικός, ειδικά απέναντι στους γονείς του, δοκιμάζοντας την αντοχή τους και τα όριά τους, στην προσπάθειά του να ανεξαρτητοποιηθεί και να επαναστατήσει. Ταυτόχρονα όμως μπορεί να αναζητά την τρυφερότητα και την “προστασία” που βίωνε ως παιδί. Σταδιακά ο έφηβος στρέφεται σε παρέες συνομηλίκων μέσα στις οποίες αναζητά την κοινωνική του ταυτότητα. Επιθυμεί να περνά περισσότερο χρόνο με αυτούς, να ενεργεί μόνος του χωρίς να ζητάει την άποψη των γονιών του, τους οποίους μάλιστα αμφισβητεί ευθέως, τους απομυθοποιεί και τους θέτει σε μια πιο ρεαλιστική διάσταση μέσα του.

Ο έφηβος είναι ένα ον με πολλές παραδοξότητες. Επιθυμεί να είναι αυτόνομος, αλλά ταυτόχρονα ζητά από τους γονείς του διάφορα πράγματα της καθημερινής ζωής. Δηλώνει κάποιες απόλυτες αλήθειες, αλλά συγχρόνως αμφιβάλλει βαθιά για τον εαυτό του, για το σώμα του και για τους άλλους. Συχνά είναι εξαιρετικά αλτρουιστής και ταυτόχρονα μπορεί να γίνει απίστευτα εγωιστής. Θεωρεί τον εαυτό του ατομιστή και ταυτόχρονα γίνεται μέλος μιας ομάδας ή μιας μόδας που τον κάνουν να μην ξεχωρίζει από τους όμοιούς του.

Η αντιφατική αυτή συμπεριφορά φαίνεται να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο του αγώνα του να αποχωριστεί από τους γονείς του και να αφήσει πίσω την παιδικότητά του, να διαμορφώσει σταδιακά μια νέα, διαφορετική ταυτότητα. Αυτή η συμπεριφορά είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλείται να διαχειριστεί ένας γονιός: ο έφηβος που από τη μια παλεύει να αποδείξει ότι δεν χρειάζεται πια τους γονείς αλλά από την άλλη νοσταλγεί την εποχή που οι γονείς τού παρείχαν πλήρη φροντίδα.

Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν στη φάση αυτή ο γονιός να σεβαστεί την προσπάθεια απομάκρυνσης του παιδιού χωρίς να τον εκδικηθεί με μια δική του συναισθηματική απομάκρυνση. Αντίθετα, είναι αναγκαίο να αναγνωρίζει πότε και με ποιο τρόπο το παιδί του ζητάει να είναι κοντά του κι ανάλογα να ανταποκρίνεται. Οι γονείς αισθάνονται ότι “χάνουν” το παιδί τους, δεν μπορούν να το ελέγξουν και να θέσουν όρια στη συμπεριφορά του. Αρχίζουν θα λέγαμε να συνειδητοποιούν την απώλεια του γονεϊκού τους ρόλου, έρχονται αντιμέτωποι με έναν διαφορετικό τρόπο ζωής που προκύπτει με την ανεξαρτητοποίηση του παιδιού. Όλοι δοκιμάζονται, όλα επαναπροσδιορίζονται. Πρόκειται για μια διαδικασία επίπονη που προκαλεί ποικίλα και πολύ έντονα συναισθήματα και στις δυο πλευρές.

Εντέλει, σημειώνει η κυρία Κοπανάρη στο efiveia.gr, είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να μπορέσουν να κατανοήσουν, να σεβαστούν, να αποδεχτούν και να στηρίξουν τη νέα πορεία που παλεύει να χαράξει ο έφηβος, να ελέγξουν επιπλέον τις δικές τους αντιδράσεις και τα δικά τους συναισθήματα, αλλά παράλληλα να απενοχοποιήσουν το παιδί τους που προσπαθεί να τους αποχωριστεί και να το ενθαρρύνουν να μεγαλώσει και να ανακαλύψει ποιο είναι. Με αυτά κατά νου θα μπορέσουν να διαμορφώσουν ένα σταθερό πλαίσιο καλής επικοινωνίας με το παιδί και να είναι διαθέσιμοι γι’ αυτό όταν εκείνο το χρειάζεται.