Η διαχείριση της ελευθερίας των εφήβων το καλοκαίρι

Γράφει στο efiveia.gr η Ψυχολόγος, MSc Εγκληματολογίας Κωνσταντίνα Καστελιώτη, συνεργάτης του Δικτύου Psy-Counsellors

Κατά την καλοκαιρινή περίοδο, οι έφηβοι διαθέτουν πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο για ξεκούραση και για διασκέδαση με τους φίλους τους εκτός σπιτιού. Η μέχρι πρότινος προγραμματισμένη καθημερινότητα αποκτά πολύ πιο χαλαρούς ρυθμούς. Σε μερικές περιπτώσεις, αυτό ισοδυναμεί με «χαλάρωση» των κανόνων είτε εκείνοι αφορούν, για παράδειγμα, την ώρα επιστροφής στο σπίτι, είτε την κατανάλωση αλκοόλ είτε το ντύσιμο.

Οι γονείς βλέποντας διάφορες αλλαγές στο παιδί τους συχνά ανησυχούν, νιώθουν ότι τα παιδιά τους παρασύρονται από παρέες και ότι οι ίδιοι δε μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση. Ένα πρώτο βήμα που μπορεί να γίνει είναι η υπενθύμιση των κανόνων και η αναδιαμόρφωση τους, όπου αυτό είναι απαραίτητο. Ο έφηβος διαθέτει το καλοκαίρι περισσότερο χρόνο για εξόδους και για ενασχόληση με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα. Συνεπώς, χρειάζεται μια συζήτηση μεταξύ εφήβου- γονέων σχετικά με το πόσες φορές μπορεί να βγαίνει (π.χ. μέσα στη βδομάδα), υπενθυμίζοντας του παράλληλα τους κανόνες που ισχύουν για τις εξόδους. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι υποχρεώσεις του εφήβου εντός σπιτιού (π.χ. καθαρισμός του δωματίου του) αλλά και να καθοριστεί το οικονομικό όριο για τις εβδομαδιαίες του εξόδους.

Όσον αφορά συγκεκριμένα τις αλλαγές στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά του εφήβου, καλό θα είναι οι γονείς να επιχειρήσουν να τον προσεγγίσουν με ηρεμία και διαλλακτικότητα μόλις παρατηρήσουν μια τέτοια εμφανή αλλαγή. Η επικριτική ή ακόμα και τιμωρητική διάθεση δε θα βοηθήσει την κατάσταση, αντίθετα το πιο πιθανό είναι να απομακρύνει τον έφηβο. Είναι χρήσιμο να προσπαθήσουν να καταλάβουν οι γονείς τι σκοπεύει να πετύχει με αυτή την αλλαγή. Μήπως δοκιμάζει τα όρια του; Προσπαθεί να γίνει αποδεκτός από μια παρέα που θαυμάζει; Η συζήτηση θα βοηθήσει και τον ίδιο τον έφηβο να συνειδητοποιήσει ότι είναι σημαντικό να νιώθει και να παραμένει ο εαυτός του όπου κι αν βρίσκεται με οποιαδήποτε παρέα επιλέγει. Ακόμα, να αναγνωρίζει πού σταματάει η δική του επιθυμία για πειραματισμό, με δεδομένο βέβαια πάντα ότι προστατεύει τον εαυτό του. Οι γονείς δε θα πρέπει να φοβούνται να συζητήσουν ρεαλιστικά σενάρια με τα παιδιά τους ώστε εκείνα να προετοιμαστούν και να υποστηρίξουν την άποψη τους αν βρεθούν σε παρόμοια κατάσταση (π.χ. «Τι θα έκανες αν η παρέα σου αποφάσιζε να συνεχίσει και αλλού τη βραδινή έξοδο ενώ θα ήξερες ότι ήταν η ώρα να επιστρέψεις;»).

Ο ανοιχτός και ειλικρινής διάλογος αμέσως μόλις παρατηρήσουν οι γονείς μια αλλαγή στον έφηβο μπορεί να συμβάλλει στην πρόληψη ακραίων καταστάσεων. Επιπλέον, θα αποφευχθούν οι συγκρούσεις που προκαλεί η διαρκής επανάληψη των ίδιων παραπόνων- είτε από την πλευρά των γονέων είτε από εκείνη του εφήβου- τα οποία παράπονα στην πραγματικότητα δεν επιλύουν τίποτα, αντιθέτως δημιουργούν ένταση.

Τελικά, η ελευθερία των εφήβων που συνοδεύεται από την αμοιβαία εμπιστοσύνη γονέων- εφήβων δεν είναι το αποτέλεσμα ενός απαρέγκλιτου προγράμματος που διέπεται από δογματικούς κανόνες. Είναι το προϊόν συνεχούς επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης των γονέων με το παιδί τους και απαιτεί τόσο ευελιξία όσο και καθημερινή επαγρύπνηση για να απολαμβάνει όλη η οικογένεια την ελευθερία και την αρμονία που αποζητά.