Εφηβεία και αναπηρία

Γράφει στο efiveia.gr ο Ψυχολόγος Ανδρέας Κολίσογλου, συνεργάτης του Δικτύου Psy-Counsellors

Το ζητούμενο ως προς την αναπηρία, για τους εφήβους και το κοινωνικό τους περιβάλλον, είναι να μην αποδέχονται άκριτα την λογική που την αντιμετωπίζει ως παρέκκλιση της φυσιολογικής σωματικής κατάστασης.

Εφηβεία είναι η περίοδος των έντονων σωματικών και νοητικών αλλαγών στην ανθρώπινη ανάπτυξη, κάπου ανάμεσα στις ηλικίες των 10-17 ετών. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου θα εστιάσουμε στους εφήβους που παρουσιάζουν κάποια μορφή αναπηρίας.

Πολλοί πιστεύουν εκ των προτέρων ότι ο έφηβος με αναπηρία θα βιώσει την περίοδο αυτή με αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα, θεωρώντας ότι μειονεκτεί έναντι των όσων δεν έχουν κάποια μορφής αναπηρία. Μια ενδεχόμενη εμφάνιση αρνητικών προς την αναπηρία σκέψεων, που θα προκαλέσουν αντίστοιχα συναισθήματα, είναι συνήθως απόρροια της μη αποδοχής της αναπηρίας από το οικογενειακό, σχολικό και το ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου και όχι απόρροια υποκειμενικής νοητικής επεξεργασίας.

Τον φόβο της μη αποδοχής, στις περιπτώσεις που η εξωτερική εμφάνιση μπορεί να μην πληροί τις υποτιθέμενα αποδεχτές προδιαγραφές, έχουν να τον αντιμετωπίσουν όλοι οι έφηβοι, ανεξάρτητα αν έχουν ή δεν έχουν κάποια μορφή αναπηρίας. Για τον δυτικό κόσμο η εικόνα του σώματος παίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική αποδοχή και οι έντονες αλλαγές που η εφηβεία επιφέρει, επηρεάζουν σημαντικά την αυτοεκτίμηση του ατόμου που θεωρεί ότι μπορεί να μην γίνει αποδεκτό από τους γύρω του, αν δεν έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις, τόσο σε νοητικό όσο και σε σωματικό επίπεδο.

Η κοινωνία μας έχει γαλουχηθεί με την ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι από την φύση του ατελές και πρέπει να γίνονται διάφορες παρεμβάσεις μόνιμες οι προσωρινές για να είναι εν δυνάμει αποδεκτό. Στην εποχή μας το βλέπουμε αυτό έντονα στους έφηβους ανεξαρτήτου φύλου, που θέλουν να αλλάζουν χρώμα στα μαλλιά, που θέλουν να εξαφανίζουν τα σπυράκια της ακμής ή που θέλουν να καταναλώνουν διάφορα προϊόντα περιποίησης προσώπου για να αναδείξουν την ομορφιά τους κ.α. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν κοινωνική αναγνωρισιμότητα και αποδοχή.

Στα πλαίσια της λογικής του ατελούς σώματος, η αναπηρία στερεοτυπικά συνεπάγεται έναν αέναο αγώνα καταπολέμησης εμποδίων που αυτή επιφέρει. Συχνά οι γονείς αντιμετωπίζουν την αναπηρία του παιδιού τους, ως σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσμου, γιατί πιστεύουν ότι δεν είναι εφικτό, γενικά για τους ανθρώπους με αναπηρία, να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της ζωής με σχετική αυτονομία. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στις περιπτώσεις που η εμφάνιση της αναπηρίας έχει επηρεάσει ελάχιστα την λειτουργικότητα του ατόμου, σε σύγκριση με την προσδοκώμενη λειτουργικότητα όσων δεν έχουν κάποια αναπηρία. Ειδικότερα για τις περισσότερες περιπτώσεις όπου η αναπηρία εμφανίστηκε κατά την βρεφική ηλικία πρέπει οι γονείς και το περιβάλλον του ατόμου να κατανοήσουν, πως το άτομο που την βιώνει, θεωρεί τον εαυτό του φυσιολογικό γιατί δεν έχει βιωμένο μέτρο σύγκρισης για το πως θα ήταν η ζωή του χωρίς αναπηρία.

Στις κοινωνικές σχέσεις κατά την περίοδο της εφηβείας το άτομο με αναπηρία έχει να αναμετρηθεί με τα στερεότυπα που τον θέλουν σχετικά ανενεργό και απομονωμένο στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει τα προβλήματα που του δημιουργεί η αναπηρία. Το ζητούμενο ως προς την αναπηρία, για τους εφήβους και το κοινωνικό τους περιβάλλον, είναι να μην αποδέχονται άκριτα την λογική που την αντιμετωπίζει ως παρέκκλιση της φυσιολογικής σωματικής κατάστασης. Η αναπηρία αποτελεί μια ακόμη πτυχή του φυσιολογικού όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για όλα τα έμβια όντα.

Η εφηβεία εμπλέκει και τον τομέα της σεξουαλικότητας στην διαμόρφωση των κοινωνικών δεσμών. Για αρκετούς έφηβους χωρίς αναπηρία υπάρχει η πεποίθηση ότι αυτή η πτυχή εκλείπει ή είναι ελλειμματική σε όσους έχουν αναπηρία. Οι έφηβοι χωρίς αναπηρία συχνά θεωρούν ότι δεν μπορούν ή ότι δεν πρέπει να συνάψουν συντροφικές σχέσεις με εφήβους που έχουν αναπηρία, γιατί πιστεύουν πως σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα «εκμεταλλευόταν» όσους έχουν κάποια μορφής αναπηρία, ξέχωρα από το ότι έχουν την πεποίθηση πως κάτι τέτοιο είναι μη αποδεκτό από την κοινωνία και θα τους έθετε αυτόματα στο περιθώριο. Οι έφηβοι με αναπηρία, από την άλλη μεριά αποφεύγουν να επιλέγουν συντρόφους με αναπηρία, είτε γιατί με αυτό τον τρόπο θεωρούν ότι αυτή εξαφανίζεται στα μάτια των άλλων, είτε γιατί πιστεύουν ότι ένας/μία σύντροφος χωρίς αναπηρία θα τους παράσχει μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια.

Αρκετοί γονείς εφήβων με αναπηρία αποφεύγουν να έρθουν αντιμέτωποι με την κοινωνική πραγματικότητα που θέλει την έκφραση της σεξουαλικότητας του παιδιού τους, ως αναπόσπαστο μέρος των συντροφικών σχέσεων και την θεωρούν ως μια αυτόνομη σωματική ανάγκη που χρήζει εκτόνωσης. Έτσι συχνά εκφράζουν την αγωνία αν θα πρέπει  τα παιδιά τους να εκτονώσουν πρόωρα αυτή τους την ανάγκη για να μη επηρεαστεί αρνητικά η διαδικασία κοινωνικοποίησης τους.

Συχνά ακούμε φράσεις που τις αποδεχόμαστε ως σωστές, του τύπου: « Ο/Η τάδε ανάπηρος/η τα έφτιαξε (ή αργότερα, παντρεύτηκε) με έναν κανονικό ή μια κανονική». Το ότι οι φράσεις αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινή μας φρασεολογία, ως σαν η αναπηρία να μην είναι κάτι φυσιολογικό ή ως σαν να θεωρούμε απριόρι ότι οι σχέσεις των ανθρώπων πρέπει να διαχωρίζονται ανάλογα με την ύπαρξη ή μη της αναπηρίας, είναι αποτέλεσμα της μη αποδοχής της ομοιότητας των ανθρώπων που θεωρούμε διαφορετικούς από εμάς.

Μέσα από την διαδικασία κοινωνικοποίησης, ο έφηβος με αναπηρία θα διεκδικεί ενεργό ρόλο και αναγνώριση από το περιβάλλον του. Δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο άνθρωπος σε σχέση με κάποιον που δεν έχει αναπηρία. Ο έφηβος με αναπηρία αναζητεί από την ζωή ότι αναζητούν και όσοι δεν έχουν αναπηρία, πολύ απλά γιατί δεν έχει χάσει την ανθρώπινη του υπόσταση. Δεν είναι ήρωας ή επαίτης, δεν ταλαντεύεται ανάμεσα σε φυσικές και υπερφυσικές δυνάμεις ή αδυναμίες του, δεν έχει μόνο χαρίσματα έχει και ελαττώματα.

Ο έφηβος όπως και κάθε άνθρωπος με αναπηρία, ανεξαρτήτου ηλικίας, έχει να αντιμετωπίσει το μεγαλύτερο εμπόδιο που ονομάζεται δομημένο περιβάλλον, το οποίο είναι απροσπέλαστο για το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων με αναπηρίες. Αν στην κοινωνία δεν υπάρξει μέριμνα για να αρθούν τα εμπόδια που προκαλούν συνθήκες άνισης πρόσβασης στα πολιτισμικά αγαθά,  οι άνθρωποι με αναπηρία θα ωθούνται στο περιθώριο, όχι εξαιτίας της αναπηρίας τους αλλά εξαιτίας της κοινωνίας που δεν είναι σε θέση να παραδεχτεί, ότι από μόνη της η αναπηρία δεν είναι ικανή συνθήκη για να στερήσει το ρόλο του ενεργού πολίτη, σε κάποιον που βιώνει συνθήκες αναπηρίας.