Διάγνωση καρκίνου: Η ανατροπή στην οικογενειακή ισορροπία και οι επιπτώσεις στην ψυχολογία του εφήβου

Γράφει στο efiveia.gr η Δρ. Αναπτυξιακής Ψυχολογίας – Ψυχοθεραπεύτρια Ευφροσύνη Αλεβίζου

Όλοι γνωρίζουμε πόσο σημαντικό είναι το σταθερό και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον για την ανάπτυξη των παιδιών. Είναι επίσης αυτονόητο ότι ως γονείς συνδέουμε τον ρόλο μας με την παροχή αυτού του είδους της ασφάλειας και φροντίδας για τα παιδιά μας. Τι γίνεται όμως όταν για λόγους πάνω από τη θέλησή μας και λόγω καταστάσεων που δεν μπορούμε  να ελέγξουμε, αδυνατούμε να παρέχουμε στα παιδιά μας την φροντίδα και ασφάλεια που έχουν ανάγκη;

Αναφέρομαι στην περίπτωση που ο γονέας διαγνωστεί με σοβαρή ασθένεια όπως είναι ο καρκίνος. Μια τέτοια διάγνωση ανατρέπει όλα τα δεδομένα του οικογενειακού περιβάλλοντος και απαιτεί αναπροσαρμογή όλων των πλευρών της οικογενειακής ζωής.

Το ιδανικό θα ήταν να μην προέκυπταν ποτέ τέτοιου είδους ζητήματα και ποτέ τα παιδιά να μην χρειάζονταν να προσαρμοστούν σε τόσο αντίξοες καταστάσεις. Δυστυχώς όμως σοβαρές ασθένειες όπως ο καρκίνος προκύπτουν και χρειάζεται τεράστια προσπάθεια, δέσμευση και ψυχικό σθένος ώστε να γίνουν όσο το δυνατό πιο διαχειρίσιμες  σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο από την οικογένεια.

Η αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων είναι ότι πολλές μορφές καρκίνου που παλαιότερα είχαν κακή πρόγνωση, σήμερα είναι ιάσιμες, ενώ  ταυτόχρονα η ιατρική επιστήμη και έρευνα συνεχώς προοδεύουν.

Η σοβαρή ασθένεια του γονέα επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία της οικογένειας τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα ανάλογα με την εξέλιξη της ασθένειας. Επιδρά καταλυτικά στις ισορροπίες των σχέσεων και στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του καθενός από τα μέλη της οικογένειας, τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο συστήματος των σχέσεων.

Όλοι έχουμε βιώσει την εμπειρία της παροδικής ασθένειας ενός από τα μέλη της οικογένειας. Όλοι γνωρίζουμε πώς μια τέτοια κατάσταση επηρεάζει την οικογενειακή ζωή και τι είδους προσαρμογές υπαγορεύει ως προς τις καθημερινές δραστηριότητες, συνήθειες και στιγμές. Μια παροδική ασθένεια βέβαια επιτρέπει την γρήγορη ανάκτηση των ισορροπιών χωρίς μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Η διάγνωση όμως του καρκίνου καταλαμβάνει όλη τη ζωή της οικογένειας. Απαιτεί αναπροσαρμογή σε όλα τα επίπεδα. Από την αλλαγή της οικογενειακής καθημερινότητας και ρουτίνας για τα ιατρικά ραντεβού, τον προγραμματισμό θεραπειών και την νοσηλεία,  μέχρι τις ψυχολογικές παραμέτρους που αφορούν το κάθε μέλος ατομικά, την διαχείριση του οικογενειακού κλίματος και την διαχείριση και έκφραση συναισθημάτων.

Αν ένας γονέας διαγνωστεί με καρκίνο, η οικογένεια καλείται να κάνει προσαρμογές στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η σοβαρή ασθένεια ενώ το κάθε μέλος ανταποκρίνεται με το δικό του τρόπο στις δυσκολίες και στις αλλαγές που προκύπτουν.

Τα παιδιά βιώνουν μια ριζική ανατροπή του ως τώρα γνωστού κόσμου τους και πρέπει να βρουν όσο το δυνατό πιο λειτουργικούς τρόπους να ανταποκριθούν σε αυτή την ανατροπή.

Σε σύγκριση με τα μικρότερα παιδιά, ο έφηβος έχει τα γνωστικά εφόδια που του επιτρέπουν να επεξεργάζεται τις διάφορες παραμέτρους της κατάστασης. Αυτό το στοιχείο διαφοροποιεί το άγχος και τους φόβους του από τα αντίστοιχα συναισθήματα  μικρότερων παιδιών με την έννοια ότι έχει το αναπτυξιακό «πλεονέκτημα» να μπορεί να ερμηνεύει γεγονότα και να εντάσσει τα συναισθήματά του σε ένα γνωστικό υπόβαθρο που αντικατοπτρίζει μεγαλύτερη ωριμότητα. Με άλλα λόγια, ενώ τα μικρότερα παιδιά υποφέρουν χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τις παραμέτρους του φόβου τους, ο έφηβος είναι σε θέση να κατανοεί και να ερμηνεύει γεγονότα και καταστάσεις, να επεξεργάζεται τα συναισθήματά του και να τα διαχειρίζεται με πιο αποτελεσματικούς τρόπους.

Συχνά οι γονείς, προκειμένου να μην επιβαρύνουν τα παιδιά τους, κρατούν μυστική μια σοβαρή κατάσταση που προκύπτει στην οικογένεια. Αυτή η στρατηγική όμως της απόκρυψης έχει τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται διαισθητικά ότι κάτι κακό συμβαίνει ενώ  βιώνουν τις αλλαγές στη συναισθηματική συνδιαλλαγή με τους γονείς τους και τις αλλαγές στο καθημερινό τους πρόγραμμα. Τα παιδιά ανησυχούν δηλαδή ακόμα και αν κανένας δεν τους μιλήσει για το τι συμβαίνει. Για κάθε δυσκολία και αντιξοότητα της ζωής που αφορά όλη την οικογένεια, η απόκρυψη δημιουργεί σύγχυση και ανασφάλεια. Επιπλέον, η απόκρυψη ενέχει το ρίσκο η δυσάρεστη κατάσταση να αποκαλυφθεί στο παιδί μέσω τυχαίων συμπτώσεων ή από πηγές εκτός οικογένειας. Και τότε είναι αυτονόητο ότι οι γονείς δεν έχουν τον έλεγχο ούτε ως προς το περιεχόμενο της πληροφόρησης που έλαβε το παιδί τους, ούτε ως προς τις συναισθηματικές του αντιδράσεις και ανάγκες. Η μόνη οδός ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές συνέπειες για τα παιδιά είναι αυτή της ανοιχτής και ειλικρινούς επικοινωνίας.

Όπως ισχύει για κάθε άλλο σοβαρό ζήτημα, η συζήτηση για την ασθένεια του γονέα πρέπει φυσικά να είναι προσαρμοσμένη στην ηλικία και το επίπεδο ωριμότητας του παιδιού. Η σοβαρή ασθένεια του γονέα θα πρέπει να συζητηθεί με τα παιδιά ως γεγονός. Ο έφηβος είναι σε θέση να κατανοήσει τις διαφορετικές παραμέτρους της κατάστασης και οι εξηγήσεις που θα του δοθούν θα πρέπει να είναι απλές, περιεκτικές, ρεαλιστικές, απαλλαγμένες από  περίπλοκα ιατρικά δεδομένα και υπερβολικό συναισθηματισμό.

Επίσης στον έφηβο θα πρέπει να δοθεί μια γενική εικόνα της πρόγνωσης για την κατάσταση του γονέα ώστε να μπορεί να αναπτύξει ρεαλιστικές προσδοκίες. Φυσικά κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ακριβή κατάληξη της ασθένειας  και με αυτή την έννοια ο έφηβος δεν θα πρέπει να στερηθεί τη δυνατότητα να ελπίζει για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση όμως που η πρόγνωση δεν είναι καλή, ο έφηβος θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο της απώλειας του γονέα. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ψέμα ως μέσο για καθησυχασμό ούτε να δοθούν υποσχέσεις οι οποίες είναι αδύνατο να τηρηθούν.

Πιθανές αντιδράσεις του εφήβου περιλαμβάνουν την εκδήλωση συναισθημάτων θλίψης, ενοχής και θυμού. Το πώς ο κάθε έφηβος θα εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του βρίσκεται σε συνάρτηση με την προσωπικότητα, την ιδιοσυγκρασία και το κοινωνικό του προφίλ.  Μπροστά σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση, κάποιοι έφηβοι θα αποσυρθούν, θα κλειστούν στον εαυτό τους, θα επιχειρήσουν να διακόψουν την επικοινωνία με την οικογένεια και με τον γονέα που πάσχει και θα εκδηλώσουν καταθλιπτική συμπτωματολογία. Άλλοι έφηβοι θα στραφούν προς τα έξω για να εκδηλώσουν την οργή τους γι αυτό που τους συμβαίνει και θα εκδηλώσουν προβλήματα συμπεριφοράς, όπως βίαια ξεσπάσματα, χρήση ουσιών, προσκόλληση σε περιθωριακές ομάδες, αδιαφορία για τη σχολική ζωή.

Η άποψή μου είναι ότι το ζήτημα είναι τόσο σοβαρό ώστε να απαιτεί την έγκαιρη παρέμβαση ειδικού που θα υποστηρίξει τον έφηβο στην πορεία της δοκιμασίας που υφίσταται η οικογένεια. Δεν είναι σωστό για τον έφηβο να αφεθεί να διαχειριστεί ένα τόσο ψυχοφθόρο ζήτημα χωρίς υποστήριξη από ειδικό της ψυχικής υγείας. Ο ειδικός θα διευκολύνει την έκφραση και διαχείριση των συναισθημάτων, θα παρέμβει σε επίπεδο οικογένειας για την όσο το δυνατό πιο εφικτή αποκατάσταση των ισορροπιών, θα λειτουργήσει ως πρόσωπο αναφοράς στο οποίο ο έφηβος να γνωρίζει ότι μπορεί να βασίζεται ακόμα και αν οι γονείς λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του.

Είναι σημαντικό για τον  έφηβο να έχει κάποιες υγιείς οδούς διαφυγής. Γι αυτό και πρέπει να ενθαρρυνθεί να διατηρήσει τις σημαντικές σχέσεις με τους συνομηλίκους του και τις δραστηριότητες εκτός οικογένειας μέσω των οποίων αντλεί θετική εικόνα για τον εαυτό του και διοχετεύει τη δημιουργικότητά του. Στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό πρέπει να διατηρήσει μια δομή και ομαλότητα στην καθημερινότητά του.

Μέσα από μια τέτοια δύσκολη κατάσταση ο έφηβος αναπόφευκτα θα υπευθυνοποιηθεί με γρηγορότερους ρυθμούς. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αρκεί να είναι έτσι οριοθετημένες και ελεγχόμενες οι καταστάσεις ώστε να μην αναγκαστεί να αναλάβει ρόλους που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία του. Δεν είναι κακό να εμπλέκεται σε πρακτικά ζητήματα στο βαθμό που αυτό δεν είναι επιβαρυντικό,  αρκεί η οικογένεια να μην καλλιεργήσει την ψυχολογική παγίδα ότι η εξέλιξη της κατάστασης του γονέα εξαρτάται από τη δική του στάση και συμμετοχή.

Ένα από τα αξιοζήλευτα συστατικά της νεότητας, είναι η ανεμελιά που την χαρακτηρίζει. Όταν ο γονέας όμως αρρωστήσει σοβαρά, αυτή η ανεμελιά χάνεται τόσο σε πρακτικό, όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ο έφηβος έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με υπαρξιακά ζητήματα, αντιλαμβάνεται το αβέβαιο της ανθρώπινης ύπαρξης και συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι πεπερασμένη.

Η εμπειρία μιας τόσο ψυχοτραυματικής κατάστασης στα χρόνια της εφηβείας απομακρύνει βίαια τον έφηβο από τον κόσμο της παιδικότητας και τον σπρώχνει προς τον κόσμο της ενηλικίωσης. Το είδος της υποστήριξης που θα του παρασχεθεί, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το αν το τραύμα θα σημαδέψει την μελλοντική του ζωή με ανεπανόρθωτους τρόπους ή θα αφομοιωθεί στον ψυχικό του κόσμο ως συστατικό ωριμότητας.